ανεξάρτητος, η, ο [ἀνεξάρτητος] α-νε-ξάρ-τη-τος επίθ. 1. που είναι ελεύθερος από εξωτερική, ξένη επιρροή, καθοδήγηση, έλεγχο, που δεν έχει εξάρτηση από κάποιον ή κάτι άλλο, στηρίζεται στον εαυτό του: ~ος: παράγοντας. ~η: άποψη/διαβίωση (: για άτομα με ειδικές ανάγκες)/ζωή/πρωτοβουλία/σκέψη (πβ. ελεύθερη). Είναι δυναμική και ~η. Θα πρέπει να δουλέψεις, για να γίνεις οικονομικά ~. Πβ. αυτάρκης, αυτεξούσιος, αυτόνομος. Βλ. ημι~.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ο: ερέθισμα. ΑΝΤ. εξαρτημένος (1) 2. (ειδικότ.) που δεν ανήκει σε συγκεκριμένο κόμμα, οργάνωση ή δεν υπάγεται σε ανώτερη Αρχή: ~ος: βουλευτής/δημοτικός σύμβουλος/συνδυασμός. Κατεβαίνει στις δημοτικές εκλογές ως ~ υποψήφιος. Πβ. αδέσμευτος, ανένταχτος.|| ~ος: αξιολογητής/ασφαλιστικός πράκτορας/δημοσιογράφος/εμπειρογνώμονας/επιθεωρητής/παραγωγός/σύμβουλος-συνεργάτης επιχειρήσεων.|| ~ος: οργανισμός (= μη κυβερνητικός)/φορέας. ~ο: νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. 3. (+ από/γεν.) που δεν επηρεάζεται, δεν προσδιορίζεται από άλλον παράγοντα, όρο, προϋπόθεση: Χρέωση σταθερή και ~η από τον χρόνο σύνδεσης. Η δικαστική εξουσία είναι ~η από τη νομοθετική και την εκτελεστική. Λόγοι ~οι από τη θέλησή μου με εμποδίζουν να ... Πβ. άσχετος. ΑΝΤ. αλληλένδετος, συναφής, σχετικός (1) 4. που έχει ξεχωριστή, αυτόνομη λειτουργία: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ος: διακόπτης/εκτυπωτής/καταψύκτης.|| ~η: είσοδος. ~ο: διαμέρισμα. ~ες: κατοικίες/μεζονέτες. 5. ΜΑΘ. που δεν εξαρτάται από άλλες μεταβλητές ή σχετίζεται με ή ανήκει σε σύστημα εξισώσεων, από τις οποίες καμία δεν μπορεί να προκύψει από άλλη του συστήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανεξάρτητη Αρχή: ξεχωριστή, αυτόνομη λειτουργία φορέα, οργάνου, υπηρεσίας: σύσταση ~ης ~ής για την επιλογή προσωπικού (βλ. ΑΣΕΠ). Ο Συνήγορος του Πολίτη είναι ανεξάρτητη διοικητική Αρχή. Βλ. ΕΣΡ. [< γαλλ. autorité indépendante] , ανεξάρτητη μεταβλητή: ΜΑΘ. της οποίας η τιμή δεν καθορίζεται από τις τιμές των άλλων μεταβλητών σε μία συνάρτηση. ΑΝΤ. εξαρτημένη μεταβλητή, ανεξάρτητο/κυρίαρχο κράτος: ΠΟΛΙΤ. που είναι νομικά ισότιμο με τα υπόλοιπα κράτη και δεν υπάγεται σε κανέναν άλλο φορέα εκτός από τον εαυτό του. Βλ. προτεκτοράτο., κύρια/ανεξάρτητη πρόταση βλ. κύριος [< γαλλ. indépendant]
αρχείο[ἀρχεῖο] αρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. συλλογή συνήθ. ταξινομημένου υλικού, που φυλάσσεται για διοικητικούς, ιστορικούς, επιστημονικούς, πρακτικούς ή συναισθηματικούς λόγους· κατ' επέκτ. ο χώρος φύλαξής του: κινηματογραφικό/λαογραφικό/λεξικογραφικό/μουσικό/φωτογραφικό ~. Ψηφιακό ~. ~ άρθρων/δεδομένων/δελτίων τύπου/δημοσιευμάτων/εγγράφων/εικόνων/ήχου/ταινιών (βλ. ταινιοθήκη)/χειρογράφων. Διάσωση/δημιουργία/ενημέρωση/ευρετηρίαση/τήρηση ~ου. Απόρρητα/δημόσια/εθνικά/οικογενειακά/συμβολαιογραφικά ~α. Κρατώ (προσωπικό) ~ (βλ. αποδελτιώνω).|| ~ εφημερίδας/μουσείου. Πλάνα ~ου (: σε δελτίο ειδήσεων). Τα ~α της Ασφάλειας/των μυστικών υπηρεσιών. Βλ. αρχειο-, βιβλιο-θήκη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο σχετικών μεταξύ τους δεδομένων ή προγραμμάτων που αποθηκεύονται ως ενιαία μονάδα στην περιφερειακή μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή: αποθήκευση/αποστολή/δημιουργία/επεξεργασία/επισύναψη/λήψη/μορφή/συμπίεση ~ου. Εκτελέσιμα/επισυναπτόμενα/συνημμένα ~α. Διακομιστής/πρωτόκολλο μεταφοράς/ταξινόμηση ~ων. Το μέγεθος/η μορφή/το όνομα ενός ~ου. Βλ. φάκελος. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχείο εντολών: ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο αποθηκευμένων εντολών και προγραμμάτων. [< αγγλ. command file] , αρχείο συστήματος: ΠΛΗΡΟΦ. που περιέχει κώδικα ή δεδομένα, απαραίτητο/α για τη λειτουργία του υπολογιστή. [< αγγλ. system file] , Γενικά Αρχεία του Κράτους (ακρ. ΓΑΚ): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. δημόσια υπηρεσία, αρμόδια για τη συγκέντρωση, ταξινόμηση και συντήρηση του αρχειακού υλικού της χώρας (εγγράφων και χειρογράφων) με ιστορική, πολιτιστική, διοικητική, οικονομική και κοινωνική σημασία., κρυμμένο αρχείο: ΠΛΗΡΟΦ. που ανήκει στο λειτουργικό συνήθ. σύστημα υπολογιστή και έχει την ιδιότητα να μην είναι εμφανές στους καταλόγους στους οποίους έχουν πρόσβαση οι χρήστες. [< αγγλ. hidden file] ● ΦΡ.: στο αρχείο: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν αποτελεί πια αντικείμενο έρευνας ή/και ενδιαφέροντος: Έβαλαν/έστειλαν την υπόθεση ~ ~. Η αίτηση/ο φάκελος μπήκε/τέθηκε ~ ~. Βλ. χρονοντούλαπο της ιστορίας. [< 1: μτγν. ἀρχεῖον, γαλλ. archives, αγγλ. archive 2: αγγλ. file]
αυτόνομος, η, ο [αὐτόνομος] αυ-τό-νο-μος επίθ. 1. που έχει αυτονομία: ~ος: (δημόσιος) οργανισμός ~η: ανάπτυξη/δράση/μάθηση (πβ. αυτομόρφωση)/πολιτική/πορεία/προσωπικότητα (= ανεξάρτητη)/σκέψη (= ελεύθερη)/ύπαρξη. ~ο: (οικονομικά) άτομο/γνωστικό αντικείμενο/πρόγραμμα. Το κόμμα αποφάσισε ~η κάθοδο στις εκλογές.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~η ηθική (ή ηθική αυτονομία, ΑΝΤ. ετερόνομη).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~η Εκκλησία. 2. που λειτουργεί ανεξάρτητα: ενεργειακά ~η μονάδα ψύξης. ~α φωτοβολταϊκά συστήματα.|| ~η: κατοικία. ~ο: μπαλκόνι (: που δεν είναι κοινόχρηστο). 3. ΠΟΛΙΤ. που έχει το πολιτικό καθεστώς της ανεξαρτησίας: ~η: δημοκρατία/επαρχία/κοινότητα/κυβέρνηση/περιφέρεια. ~α: εδάφη. Πβ. ανεξάρτητος, αυτο-διοίκητος, -τελής, κυρίαρχος. Βλ. ημι~, εξαρτημένος, υπόδουλος, υποτελής. 4. ΙΑΤΡ. που δεν υπόκειται σε εκούσιο έλεγχο: ~α: αντανακλαστικά. ● επίρρ.: αυτόνομα & (λόγ.) αυτονόμως ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόνομο κράτος: ΠΟΛΙΤ. που βρίσκεται υπό την κυριαρχία άλλου κράτους, αλλά του αναγνωρίζονται δικαιώματα αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης., αυτόνομο/φυτικό νευρικό σύστημα & νευροφυτικό σύστημα: ΑΝΑΤ. τμήμα του νευρικού συστήματος που ρυθμίζει τη δραστηριότητα του καρδιακού μυός, των λείων μυών και των αδένων. Βλ. (παρα)συμπαθητικό (νευρικό σύστημα)., αυτόνομη θέρμανση βλ. θέρμανση, αυτόνομη κατάδυση βλ. κατάδυση, αυτόνομος κλιματισμός βλ. κλιματισμός [< αρχ. αὐτόνομος, γαλλ. autonome, αγγλ. autonomous, γερμ. autonom]
δίκαιοδί-και-ο ουσ. (ουδ.) {δικαί-ου | -ων} 1. ΝΟΜ. (κ. με κεφαλ. Δ) το σύνολο των νόμων και των κανόνων που θεσμοθετεί και αναγνωρίζει το κράτος και οι οποίοι καθορίζουν δεσμευτικά την κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων: αεροπορικό/αθλητικό/ασφαλιστικό/γραπτό/διοικητικό/εκκλησιαστικό/εκλογικό/ενεργειακό/ηλεκτρονικό/ιατρικό/κοινό/κοινοβουλευτικό/κοινωνικό/στρατιωτικό/συγκριτικό/σωφρονιστικό/τραπεζικό/φορολογικό/χρηματιστηριακό/χωροταξικό ~. ~ αλλοδαπών/αναγκαστικής εκτέλεσης/ανηλίκων/ανταγωνισμού/ανωνύμων εταιρειών/αξιογράφων/βιομηχανικής ιδιοκτησίας/διεθνών συναλλαγών/ιθαγένειας/Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης/περιβάλλοντος/πληροφορικής/πνευματικής ιδιοκτησίας/συμβάσεων/συνεταιρισμών/της υγείας. Διάταξη/επιβολή/ισχύς/καταστρατήγηση/παράβαση (του) ~ου. Η εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών είναι ζήτημα ~ου. (ΙΣΤ.) Βυζαντινό/ελληνιστικό/ρωμαϊκό ~. Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού ~ου (της Ακαδημίας Αθηνών). 2. το σύνολο των αρχών που διασφαλίζουν τα δικαιώματα προσώπου ή ομάδας και κατ' επέκτ. το σωστό: αποκατάσταση του ~ου. Οι κοινωνικές σχέσεις πρέπει να έχουν ως γνώμονα το ~ (= τη δικαιοσύνη). Να υπηρετείς το ~. Βλ. δίκιο.|| (στον πληθ., δικαιωματικές απαιτήσεις) Αγωνίζομαι για/διεκδικώ τα/πολεμώ για τα ~ά μου. Τα ~α του έθνους (= εθνικά ~α)/του ελληνισμού/του λαού. Πβ. αξίωση. ΑΝΤ. άδικο 3. ΝΟΜ. η νομική επιστήμη: θεωρία του ~ου. Πβ. Επιστήμη του Δικαίου. ● ΣΥΜΠΛ.: Αστικό Δίκαιο: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τα δικαιώματα και τις διαφορές των πολιτών και το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα και σύγγραμμα. [< γερμ. Zivilrecht, γαλλ. droit civil] , Αστικό Δικονομικό Δίκαιο/Πολιτική Δικονομία: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία επίλυσης ιδιωτικών διαφορών ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. [< γερμ. Zivilprozeß] , Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο & Διεθνές Δίκαιο: που διέπει τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, και τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. [< γερμ. Völkerrecht] , Δημόσιο Δίκαιο : ΝΟΜ. το σύνολο των κανόνων της έννομης τάξης και εκείνων που ρυθμίζουν την οργάνωση, λειτουργία και γενικά τη δραστηριότητα των πολιτειακών οργάνων, όπως και τις σχέσεις των διοικούμενων με τη δημόσια διοίκηση. Βλ. Ιδιωτικό Δίκαιο. [< γερμ. Staatsrecht] , Εμπορικό Δίκαιο: το σύνολο γραπτών ή εθιμικών κανόνων Ιδιωτικού Δικαίου που ρυθμίζουν το Δίκαιο των εμπορικών πράξεων και των εμπόρων. [< γερμ. Handelsrecht] , Ενδοτικό Δίκαιο & ενδοτικός κανόνας δικαίου: που η εφαρμογή των κανόνων του είναι προαιρετική, η ισχύς του μπορεί να αρθεί από την ιδιωτική βούληση. Βλ. κανόνες αναγκαστικού Δικαίου. [< λατ. jus dispositivum] , Ενοχικό Δίκαιο: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις ενοχικές σχέσεις (: συμβάσεις, αδικοπραξίες): γενικό/ειδικό ~ ~. Βλ. προστασία (του) καταναλωτή. [< γερμ. Schuldrecht] , Επιστήμη του Δικαίου: Νομική Επιστήμη που εξετάζει το ισχύον Δίκαιο., Ευρωπαϊκό Δίκαιο & Κοινοτικό Δίκαιο: το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γερμ. Europarecht] , θετικό δίκαιο: οι γραπτοί συνήθ. κανόνες δικαίου., Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο: το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ πολιτών διαφορετικών χωρών. [< γερμ. internationales Privatrecht] , Κληρονομικό Δίκαιο: το σύνολο των διατάξεων του Αστικού Δικαίου που ρυθμίζουν τους όρους μεταβίβασης περιουσίας λόγω θανάτου· το αντίστοιχο νομικό μάθημα και σύγγραμμα. [< γερμ. Erbrecht] , κράτος δικαίου: ΝΟΜ. που λειτουργεί με βάση το γραπτό δίκαιο., Ναυτικό/Ναυτιλιακό Δίκαιο: το δίκαιο της θαλασσοπλοΐας. [< γερμ. Seerecht] , Οικογενειακό Δίκαιο & (προφ.) Οικογενειακό: οι κανόνες που ρυθμίζουν τις σχέσεις που συνδέονται με τον γάμο, τη συγγένεια εξ αίματος και την υιοθεσία. [< γερμ. Familienrecht] , Ποινικό Δίκαιο: ΝΟΜ. το σύνολο των κανόνων που αναφέρονται στις εγκληματικές πράξεις και στις αντίστοιχες ποινές για τους δράστες: ~ ~ ανηλίκων. Αγωγή ~ού ~ου. Το ~ ~ διακρίνεται στο Ουσιαστικό ~ ~ και στην Ποινική Δικονομία.|| (προφ.) Αδίκημα/εγκληματίες του κοινού ~ού ~ου. [< γερμ. Strafrecht] , φυσικό δίκαιο: που πηγάζει από τη φύση του ανθρώπου και τις αρχές του για το ηθικό και το σωστό., άγραφος νόμος βλ. άγραφος, Δημοσιονομικό Δίκαιο βλ. δημοσιονομικός, εθιμικό δίκαιο βλ. εθιμικός, Εμπράγματο Δίκαιο βλ. εμπράγματος, Εργατικό Δίκαιο/Εργατική Νομοθεσία/Εργατικός Κώδικας βλ. εργατικός, Ιδιωτικό Δίκαιο βλ. ιδιωτικός, ικανότητα δικαίου βλ. ικανότητα, κανόνες αναγκαστικού Δικαίου βλ. αναγκαστικός, Κανονικό Δίκαιο βλ. κανονικός, Οικονομικό Δίκαιο βλ. οικονομικός, Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο βλ. ποινικός, Πειθαρχικό Δίκαιο βλ. πειθαρχικός, πλάσμα δικαίου βλ. πλάσμα, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο/Ποινική Δικονομία βλ. ποινικός, Πτωχευτικό Δίκαιο βλ. πτωχευτικός, Συνταγματικό Δίκαιο βλ. συνταγματικός, Υπαλληλικό Δίκαιο βλ. υπαλληλικός ● ΦΡ.: το δίκαιο του ισχυρότερου/του ισχυροτέρου & ο νόμος/το δίκαιο του ισχυρού & το δίκαιο της πυγμής: σε περιπτώσεις που επιβάλλεται η βούληση εκείνου που έχει τη μεγαλύτερη (υλική, οικονομική, πολιτική) δύναμη, σε βάρος των αδυνάτων. ΣΥΝ. ο νόμος της ζούγκλας (2), το δίκαιο των πολλών: όταν υπερισχύει η θέληση των περισσοτέρων., το αίσθημα δικαίου/το περί δικαίου αίσθημα βλ. αίσθημα [< αρχ. δίκαιον, γαλλ. droit < λατ. directum ‘ορθή κατεύθυνση’, γερμ. Recht, Rechts-, αγγλ. law]
διπλωματίαδι-πλω-μα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. τομέας της πολιτικής με αντικείμενο τις διεθνείς διακρατικές σχέσεις, κυρ. η διαχείριση των υποθέσεων μιας χώρας στο εξωτερικό και συνεκδ. το σύνολο των διπλωματών ενός κράτους: δημόσια/διαμεσολαβητική/ενεργειακή/επιθετική/κοινοβουλευτική/μυστική/οικονομική/περιβαλλοντική («πράσινη»)/πολιτιστική/πολυμερής/προληπτική/στρατιωτική ~.|| H διεθνής ~ επέβαλε προσωρινή κατάπαυση του πυρός.|| (ειρων.) H ~ των όπλων (= ο πόλεμος). 2. (μτφ.) επιδεξιότητα στον χειρισμό δύσκολων και λεπτών υποθέσεων, διπλωματικότητα: Μην είσαι απόλυτη, χρειάζεται και λίγη ~. Πβ. επιτηδειότητα, ευελιξία.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η ~ των δημοσίων σχέσεων. Άσε τις ~ες και μίλησέ μου καθαρά. Πβ. διπροσωπία, υποκρισία. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική/διπλωματία των κανονιοφόρων βλ. κανονιοφόρος [< γαλλ. diplomatie, αγγλ. diplomacy]
δορυφόροςδο-ρυ-φό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. μη επανδρωμένο διαστημικό όχημα, εξοπλισμένο με ειδικά όργανα, το οποίο τίθεται σε τροχιά γύρω από τη Γη ή από άλλο ουράνιο σώμα με σκοπό την πραγματοποίηση επιστημονικών παρατηρήσεων και μετρήσεων, την εξυπηρέτηση των τηλεπικοινωνιών, την κατασκόπευση στρατηγικών στόχων: γεωστατικός (: σε γεωστατική τροχιά)/δοκιμαστικός/ερευνητικός/μετεωρολογικός/περιβαλλοντικός/στρατιωτικός/τεχνητός/τηλεοπτικός ~. ~ εξερεύνησης. Εκτόξευση ~ου. Αποστολή ~ου στη Σελήνη. (Ανα)μετάδοση προγράμματος/σύνδεση μέσω ~ου. Εικόνες/φωτογραφίες από ~ο. ~οι πλοήγησης (βλ. τζι πι ες). ~οι και διαστημόπλοια/ιπτάμενα ραντάρ. Βλ. ΝΑΣΑ. 2. ΑΣΤΡΟΝ. ουράνιο σώμα που διαγράφει τροχιά γύρω από πλανήτη: φυσικός ~. Ο ~ της Γης (: η Σελήνη). Οι ~οι του Άρη/του Δία/του Κρόνου. 3. (μτφ.) για κάποιον που εξαρτάται (π.χ. οικονομικά ή/και πολιτικά) από άλλον ισχυρότερο, με αποτέλεσμα να υποτάσσεται συνήθ. στις επιλογές του και να τις υποστηρίζει ή να τις ακολουθεί πιστά: οι ~οι των ισχυρών. Πβ. μαριονέτα, πιόνι, υπηρέτης, υποχείριο, φερέφωνο. Βλ. -φόρος. 4. ΜΗΧΑΝΟΛ. μικρός οδοντωτός τροχός κωνικού σχήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφόρος της πατάτας: ΖΩΟΛ. κολεόπτερο (επιστ. ονομασ. Leptinotarsa decemlineata) που κατατρώει, κυρ. ως προνύμφη, το φύλλωμα και τον βλαστό της πατάτας: βιολογική καταπολέμηση του ~ου ~., κράτος/πόλη δορυφόρος: με σχέση στενής πολιτικής ή/και οικονομικής εξάρτησης από άλλο/η. [< αγγλ. satellite state, 1916, satellite town, 1925] [< αρχ. δορυφόρος 'οπλισμένος με δόρυ', αγγλ.-γαλλ. satellite, 1: γαλλ. ~, περ. 1950]
ένωση[ἕνωση] έ-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. οργανισμός κυρ. συνεργασίας ή ενιαίας διοίκησης προσώπων, κρατών, επιχειρήσεων με κοινά ενδιαφέροντα, συμφέροντα ή κοινούς στόχους: διεθνής/ελληνοαμερικανική/εμπορική (βλ. καρτέλ)/επιστημονική/ζωοφιλική/οικολογική/παγκύπρια/παμμακεδονική/πανελλήνια ~. Διακρατικές/επαγγελματικές/εργατικές (= συνδικάτα)/θρησκευτικές/καταναλωτικές/κλαδικές/συνδικαλιστικές ~ώσεις. (με κεφαλ. Ε) Ελληνική ~ Τραπεζών. Χριστιανική Φοιτητική ~. (παλαιότ.) Σοβιετική ~. ~ μαθηματικών/φιλολόγων Ελλάδας. Βαλκανική ~ φιλίας. ~ αγροτικών συνεταιρισμών/ευρωπαϊκών πανεπιστημίων/συντακτών περιοδικού-ηλεκτρονικού τύπου/φιλάθλων. Εκδηλώσεις/ίδρυση/καταστατικό/η χοροεσπερίδα μιας ~ης. ~ώσεις γονέων και κηδεμόνων. Βλ. κοινοπραξία, λίγκα, όμιλος, ομοσπονδία, σύλλογος, συνδικάτο, συντεχνία, σώμα, σωματείο. 2. ΧΗΜ. {συνηθέστ. στον πληθ.} σύνθετη ουσία που αποτελείται από δύο ή περισσότερα απλά στοιχεία σε ορισμένες αναλογίες: αζωτούχες (βλ. λιπάσματα)/αλογονούχες/ανόργανες/αρωματικές (βλ. βενζόλιο)/ιοντικές (βλ. άλατα, οξείδια και υδροξείδια μετάλλων)/οξυγονούχες (βλ. διοξείδιο του άνθρακα)/πτητικές (βλ. αλκοόλες)/στεροειδείς (βλ. τεστοστερόνη, χοληστερόλη)/σύνθετες/τοξικές/φαινολικές/φθαλικές/φθοριούχες/χημικές ~ώσεις. ~ώσεις άνθρακα/υδραργύρου. Ο μοριακός τύπος μιας ~ης. 3. συναρμογή αντικειμένων, πραγμάτων· το σημείο σύνδεσής τους ή ό,τι χρησιμεύει γι' αυτόν τον σκοπό: ~ αγωγών/καλωδίων. Πβ. ένωμα, συν~. ΑΝΤ. αποσύνδεση.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ δυο ετερώνυμων πόλων ηλεκτρικού κυκλώματος (= βραχυκύκλωμα).|| (ΜΑΘ.) ~ (σύμβ. U) συνόλων (: που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία των επιμέρους συνόλων από τα οποία προέκυψε). 4. σχέση μεταξύ δύο ή περισσότερων πραγμάτων, μερών, προσώπων, ώστε να αποτελούν (ένα) οργανικό σύνολο: ερωτική ~. Η ~ δύο ανθρώπων με τα ιερά δεσμά του γάμου (ΑΝΤ. διαζύγιο, χωρισμός). (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ των ψυχών. Μυστική/υποστατική ~ του ανθρώπου με τον Θεό. ~ των Εκκλησιών (: για την άρση του Σχίσματος). Πβ. ενοποίηση. 5. συμμαχία, συμπαράταξη, συνεργασία: ~ των κομματικών δυνάμεων/παρατάξεων. Πβ. σύμπραξη, συνασπισμός, συσπείρωση. Βλ. διάσπαση, διαχωρισμός. 6. πολιτική διαδικασία κατά την οποία μία χώρα ή περιοχή ενσωματώνεται ηθελημένα σε ομοεθνές συνήθ. κράτος: (ΙΣΤ.) η ~ των Επτανήσων/της Κρήτης/της Μακεδονίας με την Ελλάδα. Σχέδιο (πολιτικής) ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερη ένωση: ΝΟΜ. συμβίωση ζευγαριού εκτός γάμου. Βλ. εκτεταμένη/διευρυμένη/μονογονεϊκή/πυρηνική οικογένεια., ένωση κρατών: διακρατική συνεργασία σε διεθνές επίπεδο για την εξυπηρέτηση κοινών συμφερόντων: οικονομική/πολιτική ~ ~. Βλ. ΝΑΤΟ., Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. διαδικασία που αποβλέπει στην εναρμόνιση των οικονομικών και νομισματικών πολιτικών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την εφαρμογή ενιαίου νομίσματος, του ευρώ ή η ζώνη ενιαίου νομίσματος στο εσωτερικό της αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία πρόσωπα, αγαθά, υπηρεσίες και κεφάλαια κυκλοφορούν ελεύθερα. Βλ. ECOFIN, EFC, ΕΚΤ, ΕΣΚΤ, ομάδα του ευρώ. [< αγγλ. Economic and Monetary Union (EMU), 1989] , τελωνειακή ένωση: ΟΙΚΟΝ. σύμβαση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες χώρες (κυρ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης) που επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση προϊόντων μεταξύ τους και καθιερώνει κοινό δασμολόγιο απέναντι στις χώρες που δεν περιλαμβάνονται σε αυτή: φορολογία και ~ ~. Πρωτόκολλο/συμφωνία ~ής ~ης. ~ές ~ώσεις και οικονομίες κλίμακας. [< γαλλ. union douanière ] , ακόρεστη ένωση βλ. ακόρεστος, ετεροκυκλικές ενώσεις βλ. ετεροκυκλικός, Ευρωπαϊκή Ένωση βλ. ευρωπαϊκός, κυκλική ένωση βλ. κυκλικός, οργανικές ενώσεις βλ. οργανικός, πτητική οργανική ένωση βλ. πτητικός ● ΦΡ.: η ισχύς εν τη ενώσει βλ. ισχύς [< 1,4,5,6: γαλλ. union 2: γερμ. Verdinbung 3: αρχ. ἕνωσις]
επανίδρυση[ἐπανίδρυση] ε-πα-νί-δρυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκ νέου ίδρυση, ανασύσταση: ~ της εταιρείας/του κόμματος/της ομάδας/του συλλόγου/του σχολείου. 2. (παρωχ.) η εκ βάθρων ανακατασκευή κτιρίου. Πβ. ανοικοδόμηση. ● ΣΥΜΠΛ.: επανίδρυση του κράτους: ΠΟΛΙΤ. εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για την εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα και την ανασυγκρότηση του κοινωνικού ιστού. [< γαλλ. refondation, 1991]
κοσμικός, ή, ό κο-σμι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον κόσμο ως σύνολο ανθρώπων και κυρ. με τη ζωή της υψηλής κοινωνίας: ~ός: γάμος/τρόπος ζωής (= κοσμικότητα)/τύπος. ~ή: κίνηση/κυρία/παραλία/ταβέρνα. ~ό: γεγονός/θέρετρο/κέντρο/μέρος/νησί/ρεπορτάζ. ~οί: κύκλοι. ~ές: εκδηλώσεις (π.χ. δεξιώσεις, χοροεσπερίδες)/στήλες (εφημερίδας/περιοδικού)/συγκεντρώσεις. ~ά: νέα/σαλόνια. Πβ. κοινωνικός. 2. που αναφέρεται στην επίγεια κοινωνική ζωή σε αντίθεση με την εκκλησιαστική: ~ός: άρχοντας/ηγέτης/συγγραφέας/χαρακτήρας (της εκπαίδευσης/του κράτους). ~ή: ιστορία/μουσική/τέχνη. ~ά: αγαθά. Πβ. εγκόσμιος.|| ~ός: κλήρος (: σε αντιδιαστολή προς τους μοναχούς). Πβ. λαϊκός. ΑΝΤ. θρησκευτικός 3. που έχει σχέση με το Σύμπαν ή ειδικότ. το διάστημα σε αντιδιαστολή προς τη Γη: ~ός: θόρυβος/νόμος/χρόνος. ~ή: έκρηξη/ταχύτητα. ~ό: κενό/νέφος/φαινόμενο/χάος. ~οί: άνεμοι. ~ές: δομές (π.χ. σμήνη γαλαξιών). Πβ. διαστημ-, συμπαντ-ικός. Βλ. μακρο~, μικρο~. ΑΝΤ. γήινος (1) ● Ουσ.: κοσμικά (τα) 1. θέματα που αφορούν τις εκδηλώσεις της υψηλής κυρ. κοινωνίας. 2. τα εγκόσμια., κοσμικός (ο) 1. ο λαϊκός σε αντίθεση με τον κληρικό ή τον μοναχό. 2. πρόσωπο που του αρέσουν οι κοινωνικές εκδηλώσεις ή συχνάζει σε αυτές. ΑΝΤ. απόκοσμος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κοσμική ακτινοβολία/κοσμικές ακτίνες: ΑΣΤΡΟΝ. ακτινοβολία που αποτελείται από σωματίδια τα οποία κινούνται πολύ γρήγορα (αδρόνια, λεπτόνια, φωτόνια), διασχίζουν την ατμόσφαιρα και φτάνουν στην επιφάνεια της Γης από το Σύμπαν. [< γαλλ. rayonnement cosmique/rayons cosmiques, αγγλ. cosmic ray, 1925] , κοσμική/(σπανιότ.) εγκόσμια εξουσία: η κρατική, πολιτική εξουσία σε αντίθεση προς τη θρησκευτική., κοσμικό/γαλαξιακό έτος: ΑΣΤΡΟΝ. το απαιτούμενο χρονικό διάστημα (περ. 245 εκατομμύρια χρόνια) για μια πλήρη περιστροφή του ηλιακού μας συστήματος γύρω από το κέντρο του γαλαξία., κοσμικό/λαϊκό κράτος: στο οποίο η εξουσία ασκείται από πολιτικά πρόσωπα χωρίς την παρέμβαση θρησκευτικών παραγόντων σε αντιδιαστολή προς το θεοκρατικό κράτος., κοσμικός αιώνας: ΓΕΩΛ. το χρονικό διάστημα εξέλιξης της Γης από τη στιγμή που έγινε για πρώτη φορά αυτοτελές ουράνιο σώμα μέχρι τον πιθανό σχηματισμό του φλοιού της., αστρική/κοσμική/διαστημική σκόνη βλ. σκόνη, κοσμική/μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου βλ. ακτινοβολία [< 1: γαλλ. mondain 2: μεσν. κοσμικός 3: αρχ. ~, γαλλ. cosmique, αγγλ. cosmic]
νομικόςνο-μι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει σπουδάσει νομικά: ~ ειδικευμένος στα εργατικά θέματα/στο κοινοτικό δίκαιο. Βλ. δικαστικός, δικηγόρος, νομομαθής, συνταγματολόγος. [< μτγν. νομικός]
Παραμανα
ντα-ντά ουσ. (θηλ.) {νταντάδες}: γυναίκα που αναλαμβάνει τη φροντίδα μωρού ή μικρού παιδιού έναντι αμοιβής. Πβ. βάγια, γκουβερνάντα, μπέιμπι σίτερ, παραμάνα, τροφός. ● ΣΥΜΠΛ.: κράτος-νταντά/γκουβερνάντα (ειρων.): που εφαρμόζει παρεμβατική πολιτική. [< αγγλ. nanny state] [< τουρκ. dada]
νυχτοφύλακας
νυ-χτο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) & νυκτοφύλακας: νυχτερινός φύλακας: Δουλεύει (ως) ~ σε εργοστάσιο/μουσείο. Βλ. -φύλακας. ● ΦΡ.: κράτος-νυχτοφύλακας: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία του ακραίου νεοφιλελευθερισμού του 18ου και 19ου αι., που δέχεται την παρέμβαση του κράτους, για την περιφρούρηση της ελεύθερης οικονομίας από την ασυδοσία της επιχειρηματικής δραστηριότητας [< γερμ. Nachtwächterstaat]. Βλ. κοινωνικό κράτος, κράτος πρόνοιας. [< αρχ. νυκτοφύλαξ ‘νυχτερινός φρουρός’]
ομοσπονδιακός, ή, ό [ὁμοσπονδιακός] ο-μο-σπον-δι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ομοσπονδιακό κράτος ή με ομοσπονδία κρατών: (για πρόσ.) ~ός: δικαστής/(πρωθ)υπουργός.|| ~ή: Αρχή/αστυνομία/δομή/κυβέρνηση/νομοθεσία/πρωτεύουσα/τράπεζα. ~ό: διαμέρισμα/κοινοβούλιο/σύνταγμα. ~ά: κονδύλια/κρατίδια/όργανα. Βλ. συν~.|| (ειδικότ.) ~ό Γραφείο Ερευνών (= FBI) των ΗΠΑ. Πβ. φεντεραλιστικός. 2. που αναφέρεται σε ομοσπονδία συνδέσμων, συνεταιρισμών, συλλόγων, σωματείων: (για πρόσ.) ~ός: θηροφύλακας.|| ~ές: εγκαταστάσεις. ● επίρρ.: ομοσπονδιακά ● ΣΥΜΠΛ.: ομοσπονδιακό κράτος: ΠΟΛΙΤ. κυρίαρχο κράτος που συγκροτείται από άλλα ομόσπονδα και έχει κεντρική εξουσία. Βλ. κοινοπολιτεία, φεντεραλισμός., ομοσπονδιακός προπονητής/τεχνικός: προπονητής της Εθνικής Ομάδας: ~ ~ ποδοσφαίρου/στίβου.|| Περιφερειακός ~ ~ (: υπεύθυνος για την ανάπτυξη ενός αθλήματος σε περιφέρεια της χώρας)., ομοσπονδιακή δημοκρατία βλ. δημοκρατία [< γαλλ. fédéral]
πόληπό-λη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} & (λόγ.) πόλις 1. οικιστική μονάδα με μεγάλο πληθυσμό (δηλ. πάνω από δέκα χιλιάδες κατοίκους στην Ελλάδα), η οποία περιλαμβάνει αστικό χώρο, κτίρια, δρόμους, δίκτυα επικοινωνίας και μεταφορών και στην οποία παρατηρείται συγκέντρωση δραστηριοτήτων: ανθρώπινη/αρχαία/βιομηχανική/βιώσιμη/γραφική/εμπορική/επαρχιακή/έρημη/ζωντανή/ιστορική/καθαρή/κοσμοπολίτικη/μεσαιωνική/παραθαλάσσια/πολυπολιτισμική (βλ. χοάνη)/πράσινη/πυκνοκατοικημένη (βλ. αστικοποίηση, αστυφιλία)/υδροκέφαλη (βλ. αποκέντρωση)/υπόγεια/φιλόξενη ~. Η ~ των Αθηνών/της Θεσσαλονίκης. ~ του μέλλοντος. ~-κόσμημα. Ολυμπιακή ~ (: που φιλοξενεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες). Το αεροδρόμιο/τα αξιοθέατα/ο δήμαρχος/οι επισκέπτες/ο πολιούχος/τα μνημεία/τα μουσεία/οι πλατείες/τα προάστια/οι συνοικίες μιας ~ης. Χάρτης της ~ης. Στην άκρη/στην καρδιά/στις παρυφές/στα περίχωρα της ~ης. Ίδρυση/καταστροφή μιας ~ης. Η μετακίνηση στην ~ (βλ. κυκλοφοριακό, συγκοινωνίες). Αδελφοποιημένες ~εις. ~εις και χωριά (βλ. επαρχία, περιφέρεια). Βλ. δήμος, κωμόπολη, μεγαλούπολη, μητρόπολη, πολίχνη, πρωτεύουσα.|| (περιοχή μέσα σε ~:) Άνω/Παλαιά/Πάνω Πόλη. ΣΥΝ. άστυ 2. (συνεκδ.) οι κάτοικοί της, το κέντρο της ή η ζωή σε αυτή: Η ~ γιορτάζει/ήταν ανάστατη/κοιμάται. Ξεσηκώθηκε όλη η ~.|| Κατεβαίνω στην ~ για δουλειές.|| Το άγχος/οι ανέσεις/ο θόρυβος/η κίνηση της ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: η αγία πόλη (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Α, Π): η Ιερουσαλήμ., η αιώνια πόλη (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Α, Π): η Ρώμη. [< γαλλ. la Ville éternelle ] , η πόλη του φωτός (κ. με κεφαλ. Π, Φ): το Παρίσι. [< γαλλ. la Ville lumière] , ιερή πόλη: που αποτελεί σημαντικό τόπο προσκυνήματος. || Η ~ ~ του Μεσολογγίου., παγκόσμια πόλη: αυτή που θεωρείται σημαντικός κόμβος στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. [< αγγλ. global city, 1991] , πόλη-κράτος & (λόγ.) πόλις-κράτος: ΑΡΧ. μορφή πολιτικής οργάνωσης στην αρχαία Ελλάδα· ειδικότ. κρατική οντότητα αποτελούμενη από το αστικό κέντρο (άστυ) και την αγροτική περιοχή (χώρα) που βρισκόταν γύρω από αυτό., ψηφιακή πόλη & ηλεκτρονική πόλη: στην οποία κυριαρχεί η ψηφιακή τεχνολογία στην εξυπηρέτηση των πολιτών. Βλ. τηλεματική., ανοχύρωτη πόλη βλ. ανοχύρωτος, η βασιλίδα των πόλεων βλ. βασιλίδα, κράτος/πόλη δορυφόρος βλ. δορυφόρος, σχέδιο πόλεως/πολεοδομικό σχέδιο βλ. σχέδιο ● ΦΡ.: κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, το χρυσό κλειδί της πόλης βλ. κλειδί [< αρχ. πόλις, γερμ. Polis, αγγλ. polis]
πρόνοιαπρό-νοι-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -οίας}: σκέψη, φροντίδα για κάτι μελλοντικό· (ειδικότ.-επίσ.) δημόσια μέριμνα για όσους έχουν ανάγκη: ιατρική ~. ~ για τους άστεγους/τις πολύτεκνες οικογένειες/τους σεισμοπαθείς. Δεν είχε τη στοιχειώδη ~ να … Είχαν την ~ να διαφυλάξουν τον πολιτιστικό πλούτο (πβ. σύνεση). Διεύθυνση/επιμελητής/ιδρύματα/παροχές/πολιτική/πρόγραμμα/Ταμείο/φορείς ~ας. Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και ~ας. Επαγγέλματα/μονάδες/υποδομές ~ας. Οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης και ~ας.|| (στην Κύπρο, στον πληθ., πρόβλεψη:) Βασικές ~ες του νόμου. Βλ. τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Πρόνοια & πρόνοια του Θεού: ΘΕΟΛ. η μέριμνα του Θεού για το Σύμπαν και τους ανθρώπους με σκοπό τη σωτηρία τους., κοινωνική πρόνοια: ΠΟΛΙΤ. παροχή από το Κράτος χρημάτων, αγαθών ή υπηρεσιών σε οικονομικά ασθενέστερες ομάδες., κράτος πρόνοιας: το οποίο στηρίζει οικονομικά και κοινωνικά όσους πολίτες έχουν ανάγκη. Βλ. κοινωνική αλληλεγγύη. ΣΥΝ. κοινωνικό κράτος [< γερμ. Wohlfahrtstaat] [< αρχ. πρόνοια]
ρήτρα[ῥήτρα] ρή-τρα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. όρος σύμβασης: απαλλακτική (= ~ απαλλαγής)/ασφαλιστήρια/γενική/διαιτητική/ειδική/κοινωνική/συμβατική/συμπληρωματική/τιμαριθμική/υποχρεωτική ~. ~ αγοράς/αναπροσαρμογής/αποδέσμευσης/αποζημίωσης/διαιτησίας/διαφάνειας/εμπιστευτικότητας/επιφύλαξης/παραίτησης/συμβολαίου. Άρση/εφαρμογή/κατάργηση/ισχύς/χρήση ~ας. ~ες συλλογικής δράσης. || ~ διαφυγής (από το σύμφωνο σταθερότητας). Πβ. διάταξη.|| (προφ., για φοιτητή) Έβαλα ~ 9, γιατί θέλω να πάρω πτυχίο με άριστα (: να επανεξεταστώ, αν βαθμολογηθώ κάτω από 9). ● ΣΥΜΠΛ.: ποινική ρήτρα: ΝΟΜ. σύμφωνα με την οποία, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, δεσμεύεται να καταβάλει στον δανειστή κάποια παροχή, συνήθ. χρηματική., ρήτρα συναλλάγματος/(ξένου) νομίσματος/χρυσού/τιμαρίθμου: ΟΙΚΟΝ. όρος οικονομικής συναλλαγής με βάση τον οποίο η αντιστοιχία του εθνικού νομίσματος γίνεται προς το αναφερόμενο συνάλλαγμα ή νόμισμα, τον χρυσό ή τον τιμάριθμο., ρήτρα εξαίρεσης βλ. εξαίρεση ● ΦΡ.: ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. (στην Ευρωπαϊκή Νομοθεσία) υποχρέωση παροχής βοήθειας από όλα τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κράτος-μέλος που δέχεται ένοπλη ή τροµοκρατική επίθεση ή πλήττεται από φυσική καταστροφή., ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου κράτους: ΝΟΜ. (στο Διεθνές Δίκαιο) σύμφωνα με την οποία ένα κράτος δεσμεύεται για ευνοϊκότερη μεταχείριση κράτους με το οποίο έχει συνάψει εμπορική συνθήκη, σε σχέση με τρίτο. [< γαλλ. clause de la nation la plus favorisée] [< αρχ. ῥήτρα ‘συμφωνία, διάταγμα, λόγος’, γαλλ. clause]
χημείο[χημεῖο] χη-μεί-ο ουσ. (ουδ.): χημικό εργαστήριο: ~ (αναλύσεων) κρασιού/νερού. Το ~ του σχολείου. ● ΣΥΜΠΛ.: (Γενικό) Χημείο του Κράτους (ακρ. ΓΧΚ): κρατική υπηρεσία αρμόδια κυρ. για τη θέσπιση των όρων που πρέπει να πληρούν τα διάφορα προϊόντα προκειμένου να διατεθούν στην κατανάλωση, για τη διενέργεια εργαστηριακών ελέγχων για εξακρίβωση της καταλληλότητάς τους και για την επιθεώρηση των χώρων παρασκευής και διάθεσής τους. [< γαλλ. laboratoire de chimie]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ