αερογέφυρα[ἀερογέφυρα] α-ε-ρο-γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. παροχή βοήθειας με ιπτάμενα μέσα σε περιοχές που έχουν πληγεί και δεν μπορεί να τις προσεγγίσει κανείς με άλλο τρόπο: ανθρωπιστική ~ μετά τις πλημμύρες/στους σεισμοπαθείς.|| ~ ζωής για τη μεταφορά ζωτικών οργάνων. 2. (καταχρ.) γέφυρα σύνδεσης δύο σημείων του οδικού ή σιδηροδρομικού δικτύου. Πβ. ανισόπεδος κόμβος. [< 1: γαλλ. pont aérien, αγγλ. airlift, 1945]
αλεπού[ἀλεπού] α-λε-πού ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Vulpes vulpes) με μακρύ και λεπτό ρύγχος, μικρά μάτια, μυτερά αυτιά, κοντά και λεπτά πόδια και φουντωτή ουρά: αρκτική (= λευκή, πολική)/κόκκινη ή κοινή (: φορέας της λύσσας) ~. Η κολοβή ~ (: από μύθο του Αισώπου). Επιδρομές ~ούδων.|| (συνεκδ. η γούνα της αλεπούς) Παλτό με γιακά και μανσέτες από γκρίζα ~. Πβ. ρενάρ. 2. (μτφ.-οικ.) για πονηρό άνθρωπο: Είσαι μια ~ εσύ! Είναι μεγάλη ~ ο ...! Πβ. γάτα. Βλ. -ού4. ● Υποκ.: αλεπουδάκι (το), αλεπουδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γριά αλεπού & γέρικη αλεπού (μτφ.): για έμπειρο και πονηρό άτομο μεγάλης ηλικίας: ~ ~ της πολιτικής., πονηρή αλεπού βλ. πονηρός ● ΦΡ.: η αλεπού εκατό χρονών, το αλεπουδάκι/αλεπόπουλο εκατόν δέκα (παροιμ.): για κάποιον που παριστάνει τον έξυπνο ή έμπειρο σε πεπειραμένο άτομο μεγαλύτερης ηλικίας., η γριά αλεπού δεν πιάνεται με ξόβεργες (παροιμ.): το πονηρό και με πείρα στη ζωή άτομο δεν ξεγελιέται εύκολα., ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη (παροιμ.): η πονηριά υπερέχει της σωματικής δύναμης., όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια (παροιμ.): ό,τι δεν είναι ικανός κάποιος να αποκτήσει, το περιφρονεί, το χλευάζει, το υποβαθμίζει., τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι;: για αταίριαστη ή ύποπτη παρουσία κάποιου σε μέρος στο οποίο δεν είναι αναμενόμενο να βρίσκεται. [< μεσν. αλεπού]
-ας1. {συνήθ. χωρ. πληθ.} επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που χρησιμοποιούνται ως παρωνύμια και δηλώνουν ομοιότητα ή ιδιότητα: κολοκύθ~.|| (επιτατ.) Κεφάλ~. 2. κατάληξη ανισοσύλλαβων ουδέτερων ουσιαστικών: κρέ~/πέρ~/τέρ~.
θάλαμοςθά-λα-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμου} 1. κλειστή κατασκευή ή χώρος μικρών σχετικά διαστάσεων με συγκεκριμένη χρήση: ~ καύσης απορριμμάτων (πβ. κλίβανος). ~ δοκιμών. Ψυκτικός ~ συντήρησης. Στεγανός ~ με ρυθμιζόμενη πίεση αέρα. Αεροστεγής ~ μέτρησης. ~οι ψυγείων. (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) ~ ασφαλείας χημικών αντιδραστηρίων/φυσαλίδων υδρογόνου. ~ (ΒΟΤ.) επώασης σπόρων/(ΦΥΣ.) κενού. Θερμοκρασία ~άμου. Βλ. θερμο~.|| Τηλεφωνικός ~ (παλαιότ.). ~ επιβατών/πληρώματος. ~ ανελκυστήρα (= καμπίνα)/αυτοκινήτου (πβ. κλωβός)/διακυβέρνησης (= πιλοτήριο, κόκπιτ)/οδήγησης/πλοήγησης/της σάουνας (πβ. κουβούκλιο). ~ ελέγχου αεροσκάφους. ~ αποσυμπίεσης (π.χ. για δύτες, πιλότους, αστροναύτες). Βλ. αερο~, ραδιο~. 2. μεγάλη αίθουσα νοσοκομείου, στρατώνα ή φυλακής, συνήθ. κοιτώνας: (ΙΑΤΡ.) ~ αρνητικής πίεσης (: για αρρώστους με μολυσματικές ασθένειες όπου ο κυκλοφορούμενος αέρας δεν απελευθερώνεται σε άλλους χώρους)/ασθενών/επειγόντων περιστατικών/νεογνών/τοκετού. ~ βραχείας νοσηλείας έξι κλινών. ~ απομόνωσης (στη ΜΕΘ). Βλ. προ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ οπλιτών. ~ με πενήντα κρεβάτια. (συνεκδ.) Όλος ο ~ μιλούσε για ...|| Ο ~ Επιχειρήσεων του Λιμενικού. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. κτιστός υπόγειος τάφος: νεκρικός/ταφικός ~. Βλ. θησαυρός1, νεκρο~. 4. ΑΝΑΤ. κοιλότητα: ο οπίσθιος/πρόσθιος ~ του οφθαλμικού βολβού. Πβ. θαλάμη. ● ΣΥΜΠΛ.: θάλαμος αερίων 1. ΙΣΤ. ειδικός χώρος σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, μέσα στον οποίο γίνονταν μαζικές θανατώσεις κρατουμένων με χρήση δηλητηριωδών αερίων: ~οι ~ και κρεματόρια/φούρνοι. Βλ. ολοκαύτωμα. 2. (μτφ.) περιοχή με μολυσμένη και αποπνικτική ατμόσφαιρα εξαιτίας της αυξημένης συγκέντρωσης αέριων ρύπων. [< αγγλ. gas chamber, 1945] , οπτικός θάλαμος & θάλαμος: ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο σχηματισμούς από φαιά ουσία που αναμεταδίδουν αισθητικά ερεθίσματα προς τον εγκεφαλικό φλοιό. [< γαλλ.-αγγλ. thalamus] , σκοτεινός θάλαμος ΦΩΤΟΓΡ. 1. σκοτεινό δωμάτιο με ειδικά εξαρτήματα, λεκάνες με χημικά εμφάνισης, εκτυπωτική μηχανή, και εξαερισμό μέσα στο οποίο γίνεται εμφάνιση και εκτύπωση φιλμ. Πβ. εμφανιστήριο.|| ψηφιακός ~ ~. 2. βασικό τμήμα της παραδοσιακής φωτογραφικής μηχανής με τη μορφή μικρού κουτιού με μαύρα εσωτερικά τοιχώματα, στη μια πλευρά του οποίου υπάρχει άνοιγμα, όπου εφαρμόζεται ο συγκεντρωτικός φακός. Βλ. διάφραγμα, φωτοφράκτης. [< γαλλ. chambre noire] , θάλαμος ιονισμού βλ. ιονισμός [< 1,2,3: αρχ. θάλαμος 1,2,4: γαλλ. chambre, αγγλ. chamber]
καλόγεροςκα-λό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έρου} 1. & (λόγ.) καλόγηρος: άνδρας που απαρνήθηκε τα εγκόσμια και ασπάστηκε τον μοναστικό βίο· μοναχός: γέροντας ~. ~ στο Άγιο Όρος. Κληρικοί και ~οι. Πβ. αναχωρητής, ασκητής, ερημίτης. Βλ. καλογεράκι, καλόγρια. ΑΝΤ. κοσμικός.|| (μτφ.) Ζει σαν ~ (: απομονωμένα, λιτά και μοναχικά). Βλ. κοσμο~. 2. όρθια μακρόστενη φορητή κρεμάστρα κυρ. για πανωφόρια: μεταλλικός/ξύλινος ~. ~ με ομπρελοθήκη. Πβ. πορτμαντό. 3. ΙΑΤΡ. (προφ.) δοθιήνας. Βλ. σπυρί. 4. ΟΡΝΙΘ. είδος παπαδίτσας (επιστ. ονομασ. Parus major). ● ΦΡ.: λεπτός-λεπτός/μακρύς-μακρύς/ψηλός-ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει (αίνιγμα): ο καπνός., χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι (αίνιγμα): οι σπόροι του ροδιού., το μοναστήρι να είναι καλά/να 'ν' καλά (κι από καλογέρους βρίσκεις) βλ. μοναστήρι [< μεσν. καλόγερος]
καραμελέκα-ρα-με-λέ επίθ. {άκλ.} 1. ΖΑΧΑΡ. που περιέχει καραμέλα· καραμελωμένος: τούρτα ~. 2. που έχει το χρώμα της καραμέλας, κιτρινωπός, καστανός: εσάρπα καφέ-~. ● ΣΥΜΠΛ.: κρέμα/κρεμ καραμελέ & καραμελέ (η): ΖΑΧΑΡ. κρέμα με επίστρωση καραμέλας: Mπολ/φορμάκια για ~ ~. Βλ. κρεμ μπρουλέ, πανακότα. [< γαλλ. crème (au) caramel] [< γαλλ. caramélé]
κήπος[κῆπος] κή-πος ουσ. (αρσ.): περίφρακτη έκταση γης ή ειδικά διαμορφωμένος χώρος όπου καλλιεργούνται λουλούδια, δέντρα, θάμνοι, λαχανικά: ανθισμένος/δημόσιος/εσωτερικός/θεραπευτικός/ιδιωτικός/καταπράσινος/κατάφυτος/ξεραμένος/ολάνθιστος/παραδεισένιος/σχολικός/τροπικός ~. ~ ευεξίας. Έπιπλα ~ου. Αρχιτεκτονική (= κηποτεχνία)/διακόσμηση/συντηρητής (βλ. κηπουρός) ~ων. Εξοχική κατοικία/εστιατόριο/σπίτι με ~ο. Κατασκευή ~ων σε δώματα (: πράσινες στέγες/ταράτσες, ταρατσόκηπος). Εθνικός/ιστορικός (: που ενδιαφέρει από ιστορική ή/και καλλιτεχνική άποψη) ~.|| (στον πληθ., ως μεγεθ.-επίσ.) Εορταστική εκδήλωση στους ~ους του Προεδρικού Μεγάρου. Πβ. μπαξές, περιβόλι. Βλ. ανθό-, λαχανό-κηπος, πάρκο, προκήπιο. ● Υποκ.: κηπάκι & (σπάν.-λόγ.) κηπάριο (το), κηπάκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: κρεμαστοί κήποι: που δημιουργούνται βαθμιδωτά σε ανισόπεδα επίπεδα: οι ~ ~ της Βαβυλώνας (: ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου)., βοτανικός κήπος βλ. βοτανικός, ζωολογικός κήπος βλ. ζωολογικός ● ΦΡ.: κήπος της Εδέμ βλ. Εδέμ [< αρχ. κῆπος]
κιβώτιοκι-βώ-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ορθογώνιο ή τετράγωνο κουτί που κλείνει συνήθ. στο επάνω μέρος και χρησιμοποιείται κυρ. για συσκευασία και μεταφορά ή φύλαξη εμπορευμάτων: μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό/σφραγισμένο/χάρτινο (= χαρτο~) ~. Βιομηχανικά/ταχυδρομικά ~α. ~ τροφίμων/φρούτων (βλ. καφάσι, τελάρο). ~ με εργαλεία (πβ. θήκη). (Ένα) ~ αναψυκτικά/μπίρες (πβ. κάσα, κασέλα, κασόνι). Βλ. γραμματο~, χρηματο~. ● Υποκ.: κιβωτιάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κιβώτιο (ταχυτήτων): ΜΗΧΑΝΟΛ. σύμπλεγμα οδοντωτών τροχών (γραναζιών), το οποίο προσαρμόζει τη ροπή και τις στροφές του κινητήρα ενός οχήματος στις ανάγκες της κίνησης, λειτουργεί δηλ. ως μηχανισμός για την αλλαγή των ταχυτήτων: (ημι)αυτόματο ή ηλεκτρονικό/μηχανικό ή χειροκίνητο ~ ~. Σειριακό ~ ~ (: στο οποίο ο λεβιές κινείται μόνο εμπρός-πίσω και όχι και αριστερά-δεξιά). ~ πέντε σχέσεων/ταχυτήτων. Εξάρι ~ ~. Λιπαντικό ~ου ~ (= βαλβολίνη). Αλλαγή/(κοντή/μακριά) κλιμάκωση (του) ~ου ~. Βλ. κρεμαγιέρα. ΣΥΝ. σασμάν [< γαλλ. boîte (de vitesses)] [< αρχ. κιβώτιον]
κοιλιοπλαστικήκοι-λι-ο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επέμβαση κυρ. σε άτομα με χαλάρωση του κοιλιακού τοιχώματος, με σκοπό την αφαίρεση της περίσσειας δέρματος και λίπους από την περιοχή της κοιλιάς και τη σύσφιγξη των κοιλιακών μυών: μερική/μίνι/πλήρης ~. Βλ. κρεμάμενη κοιλία, -πλαστική.
κρεμάστρακρε-μά-στρα ουσ. (θηλ.) 1. αντικείμενο που έχει μορφή συνήθ. τριγωνικού πλαισίου με άγκιστρο στην κορυφή για το κρέμασμα ρούχων κυρ. μέσα σε ντουλάπα: μεταλλική/ξύλινη/πλαστική ~. Κρέμασε το σακάκι στην ~. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε κατασκευή με τη μορφή μακρόστενης ράβδου ή/και άγκιστρων, για το κρέμασμα ρούχων: ~ τοίχου. ~ για γραβάτες/ζώνες/παντελόνια/πετσέτες (στο φύλλο ντουλάπας ή ντουλαπιού). Τα παλτά κρέμονται στην ~ του χολ. Βλ. καλόγερος, κρεμαστάρι, πορτμαντό. [< μτγν. κρεμάστρα ‘σχοινί που κρέμεται, κοτσάνι’]
κρέμομαικρέ-μο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., μτχ. κρεμάμενος} 1. στηρίζομαι, στερεώνομαι από κάπου ψηλά σε σχέση με το έδαφος και αιωρούμαι ή έχω το κάτω μέρος ελεύθερο: Ο πολυέλαιος ~εται από το ταβάνι. Άνθρωποι ~ονταν από σχοινιά και σκάλες.|| Κάδρο/καθρέφτης που ~εται (πβ. κρεμιέται) στον τοίχο/πάνω από το τζάκι. Το χρυσό μετάλλιο ~όταν στον λαιμό του.|| (προφ.) Σου ~εται μια κλωστή (: εξέχει). Οι κοιλιές/τα προγούλια του ~ονται.|| (μτφ.) Το μοναστήρι ~εται πάνω από το φαράγγι. Τα σύννεφα ~ονταν βαριά πάνω από τα κεφάλια τους.|| (για αφηρημένη έννοια που προκαλεί ανασφάλεια ή φόβο) Η απειλή της απέλασης/η δαμόκλειος σπάθη της ανεργίας/ο κίνδυνος της απόλυσης ~εται από πάνω τους. Πβ. επικρέμαται. 2. (μτφ.) (+ από) εξαρτώμαι από κάποιον ή κάτι: Το μέλλον της ~εται από την απόφασή του. Πβ. βασίζομαι. ● ΦΡ.: κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου (μτφ.): τον ακούω με μεγάλο ενδιαφέρον, προσοχή, αγωνία, προσμονή ή γοητευμένος: Το ακροατήριο/το κοινό ~όταν κυριολεκτικά από τα χείλη του., κρέμεται από μια τρίχα βλ. τρίχα, κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή βλ. κλωστή, κρέμονται σαν (τα) σταφύλια βλ. σταφύλι ● βλ. κρεμάμενος, κρεμώ [< μεσν. κρέμομαι]
κρεμώ[κρεμῶ] κρε-μώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κρεμ-άς, -ά κ. -άει ..., -ώντας | κρέμ-ασα, -άσει, -ιέται, -άστηκε, -αστεί, -ασμένος} & κρεμάω 1. στηρίζω, στερεώνω κάτι σε ψηλό σημείο, ώστε το κάτω μέρος του να μένει ελεύθερο: ~ τις κουρτίνες/το πανό/τη σημαία. ~ασε το σακάκι στην κρεμάστρα/την τσάντα στον ώμο. ~ασε στον λαιμό/στο στήθος του το μετάλλιο. Αφίσα/κάδρο που ~ιέται στον τοίχο (πβ. κρέμομαι). Ο προβολέας μπορεί να ~αστεί από το/στο ταβάνι. Πβ. αναρτώ.|| (μτφ.) Του ~ασαν την ταμπέλα του αποτυχημένου (: του απέδωσαν τον χαρακτηρισμό· πβ. στιγματίζω). ΑΝΤ. ξεκρεμώ 2. (μτφ.-προφ.) παύω να ασχολούμαι (συνήθ. επαγγελματικά) με κάτι: ~ασε τα γάντια/τα παπούτσια/τη σφυρίχτρα του (: για πυγμάχο ή τερματοφύλακα, για ποδοσφαιριστή, για διαιτητή). 3. θανατώνω κάποιον στην κρεμάλα, απαγχονίζω. 4. αφήνω κάτι να κρέμεται: ~ασε τα χέρια του στα μπράτσα της πολυθρόνας (: τα άφησε να πέσουν χαλαρά). ● κρεμάει (προφ.) 1. (για μηχάνημα, σύστημα) σταματά να λειτουργεί, μπλοκάρει: Ο κινητήρας/το μοτέρ/η συσκευή/ο υπολογιστής ~ (= κολλάει). Το δίκτυο/πρόγραμμα δεν ~ασε ούτε μια φορά. 2. βρίσκεται χαμηλότερα από όσο θα έπρεπε, σακουλιάζει ή χαλαρώνει: Η μπλούζα ~ πίσω.|| Η επιδερμίδα/το σώμα του έχει ~άσει (: έγινε πλαδαρό). ● Παθ.: κρεμιέμαι 1. κρατιέμαι, πιάνομαι με τα χέρια από κάπου, έτσι ώστε τα πόδια να μην ακουμπούν στο έδαφος: ~ιόταν από το κάγκελο/το κλαδί. Πβ. αιωρούμαι, μετεωρίζομαι.|| Την ώρα του αποχωρισμού ~άστηκε πάνω του (πβ. αγκαλιάζω).|| (μτφ.) ~άστηκαν από τα παράθυρα, για να δούνε (: έσκυψαν πολύ). 2. (μτφ.) εξαρτώμαι ολοκληρωτικά από κάποιον ή κάτι: ~άστηκαν πάνω της, με την ελπίδα να ... Πβ. κρέμομαι. 3. (προφ.-χιουμορ.) παντρεύομαι: Πήγε και ~άστηκε! Πβ. στεφανώνομαι. ● ΦΡ.: ας/να πάει να κρεμαστεί! (προφ.): ως έκφραση έντονης περιφρόνησης, αδιαφορίας. Πβ. ας/δεν πάει να κόψει το λαιμό του/δεν πάει να κουρεύεται;/να/ας/δεν πάει να πνιγεί!, θα σε κρεμάσω (ανάποδα)! (απειλητ.): για αποτροπή: Κοίτα μην πειράξεις τα πράγματά μου, ~ ~! ΣΥΝ. θα σε γδάρω ζωντανό!, κρεμάω κάποιον (μτφ.-προφ.): τον αφήνω εκτεθειμένο: Μια φορά την χρειάστηκα και με ~ασε (= πούλησε).|| ~ασε την ομάδα του με την αστοχία του., του κρέμασαν κουδούνια (μτφ.): τον γελοιοποίησαν. Πβ. παίρνω κάποιον στο ψιλό. Βλ. γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα., καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω/καινούργιο είναι το κόσκινο, ψηλά είναι κρεμασμένο βλ. κόσκινο, ξινίζω/κρεμάω/κατεβάζω/στραβώνω τα μούτρα μου βλ. μούτρο ● βλ. κρεμασμένος, κρέμομαι [< αρχ. κρεμῶ]
κυμάτιοκυ-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {κυματί-ου | -ων}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. επαναλαμβανόμενο, γύψινο διακοσμητικό μοτίβο σε μορφή κύματος: ιωνικό ~. Τα ~α του κιονόκρανου. Βλ. μαίανδρος, περίζωμα. [< αρχ. κυμάτιον, αγγλ. cymatium]
ανολοκλήρωτος
, η, ο ξε-κρέ-μα-στος επίθ. 1. (μτφ.) που μένει χωρίς ηθική, οικονομική ή άλλη υποστήριξη: Νιώθει ~η (= ανασφαλής). Τον άφησαν ~ο (= αβοήθητο, ανυπεράσπιστο, εκτεθειμένο). Απολύθηκε και έμεινε ~ (= χωρίς δουλειά).|| Το έργο έμεινε ~ο (= ανολοκλήρωτο). 2. (μτφ.-προφ.) που δεν έχει σχέση με το περιβάλλον του ή την πραγματικότητα, που δεν έχει συνοχή ή ειρμό: ~α: λόγια (= ασυνάρτητα). Πβ. ασύνδετος, άσχετος, ξεκούδουνος. ΣΥΝ. ξεκάρφωτος (1) 3. που δεν είναι κρεμασμένος· κατ' επέκτ. που δεν είναι (καλά) στερεωμένος: ~ο: κάδρο.|| ~ο: ακουστικό.
ξύλοξύ-λο ουσ. (ουδ.) 1. σκληρή ουσία του κορμού και των κλαδιών των δέντρων· συνεκδ. κάθε κομμάτι ή αντικείμενο που προέρχεται από αυτά: ακατέργαστο/γνήσιο/ελαφρύ/κατεργασμένο/μαλακό/μασίφ/σκαλιστό/σουηδικό ~ (= ξυλεία). ~ ελιάς/κερασιάς/οξιάς/πεύκου. ~ τικ. Απολιθωμένο ~. Άρωμα/ασθένειες/βαφή/βιομηχανία (= ξυλοβιομηχανία)/εμπορία/τεχνολογία ~ου.|| Φύλλα ~ου. Έπιπλα/κουφώματα/πόρτα/σκάλα από ~.|| Γλυπτική/ζωγραφική σε ~. Βερνίκι για ~. || (Αρωματικά) ~α καπνίσματος. 2. (μτφ.) χτυπήματα με το χέρι ή με βέργα: άγριο/αλύπητο/ανελέητο/γερό ~. Έφαγε το ~ της αρκούδας/χρονιάς. ~ και των γονέων/με τη σέσουλα/μέχρι θανάτου/μέχρι λιποθυμίας. Δίνω/παίζω/ρίχνω ~. Πέφτει ~ (= γίνεται καβγάς, έχουν πιαστεί στα χέρια). (Κάποιος) θέλει ~ (: του αξίζει). Πβ. βρομόξυλο, ξυλο-δαρμός, -κόπημα, -φόρτωμα. 3. (μτφ.) καθετί σκληρό, που δύσκολα λυγίζει ή κάμπτεται: Το κορμί του είχε γίνει ~ από το κρύο (= ξύλιασε, ξεπάγιασε). 4. {κυρ. στον πληθ.} καυσόξυλα: ~α για προσάναμμα/για το τζάκι. Κόβω/κουβαλώ/μαζεύω ~α. Σόμπα ~ου/~ων. Ρίχνω ~α στη φωτιά. Βλ. πυρηνόξυλο. ● Υποκ.: ξυλαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: τίμιο/άγιο ξύλο: ΕΚΚΛΗΣ. μικρό κομμάτι ξύλου που προέρχεται από τον σταυρό πάνω στον οποίο σταυρώθηκε ο Ιησούς: Φυλαχτό με τίμιο ~., σομφό ξύλο βλ. σομφός ● ΦΡ.: επί ξύλου κρεμάμενος (μτφ.): για κάποιον που έχει βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση και χωρίς υποστήριξη, από οικονομική ή άλλη άποψη: Έφαγε όλη του την περιουσία κι έμεινε ~ ~ (= απένταρος)., ξύλο μετά μουσικής (συνήθ. ειρων.): για άγριο ξυλοδαρμό., σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο (προφ.): τον χτυπώ πολύ άσχημα, χωρίς οίκτο: (απειλητ.) Θα σε σπάσω ~!, το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο: ως εσφαλμένη δικαιολόγηση της παιδαγωγικής ή σωφρονιστικής σημασίας του ξυλοδαρμού ή της χειροδικίας., τρώω ξύλο (μτφ.-προφ.): με δέρνουν, με χτυπούν. ΣΥΝ. τις αρπάζω, τις τρώω, άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο βλ. απελέκητος, ένα (γερό) χέρι ξύλο βλ. χέρι, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι, σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον) βλ. σκοτώνω, το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει βλ. φωτιά, τουλουμιάζω στο ξύλο βλ. τουλουμιάζω, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο! βλ. χτυπώ ● βλ. ξυλάκι [< αρχ. ξύλον]
οδοντόκρεμα[ὀδοντόκρεμα] ο-δο-ντό-κρε-μα ουσ. (θηλ.): ημίρρευστο σκεύασμα για τον καθαρισμό των δοντιών, την προστασία των ούλων και γενικότ. τη στοματική υγιεινή: λευκαντική/παιδική/φθοριούχος/φυτική ~. Βλ. οδοντόβουρτσα. ΣΥΝ. οδοντόπαστα [< γερμ. Zahncreme]
στέλνωστέλ-νω ρ. (μτβ.) {έστειλ-α, στείλω, στάλ-θηκε (λόγ. εστάλη/εστάλησαν), -θεί (λόγ.) σταλεί, (λόγ. μτχ.) σταλ-θείς, -θείσα, -θέν, -μένος, στέλν-οντας} 1. φροντίζω ώστε να μεταφερθεί κάτι στον προορισμό του ή να φτάσει κάπου: ~ αίτηση/αναφορά/δεδομένα (με υπολογιστή)/έγγραφο/εγκύκλιο στα σχολεία/βιογραφικό/(ανθρωπιστική) βοήθεια/γράμμα/δώρο/ειδοποίηση/εμπόρευμα/εντολή (στον υπολογιστή)/εξώδικο/επιστολή/επιταγή/ιμέιλ/κάρτα/λουλούδια/πληροφορίες/προκήρυξη σε εφημερίδα/πρόσκληση/στοιχεία/συνάλλαγμα/φαξ/φωτογραφία/χρήματα. ~ δέμα αεροπορικώς/διά θαλάσσης/με αντικαταβολή/οδικώς/σιδηροδρομικώς/ταχυδρομικώς (πβ. αποστέλλω). ~ έκκληση/ευχές/τελεσίγραφο/χαιρετίσματα/(αγωνιστικούς) χαιρετισμούς. Μου ~ε ένα φιλάκι. ~ δείγμα για εξέταση/επεξεργασία. ~ κάτι απευθείας/προς ποικίλες κατευθύνσεις. ~θέντα (= απεσταλμένα) μηνύματα (μέσω κινητού). Δοκιμασία ~μένη απ' τον Θεό.|| Η αντλία ~ει καύσιμο στον κύλινδρο (πβ. διοχετεύω). ~ε την μπάλα στα δίχτυα (πβ. κατευθύνω, οδηγώ). Ο πληθωρισμός ~ει τις τιμές στα ύψη. ~ το παλτό για καθάρισμα.|| ~ σήμα/ΣΟΣ. Ο ήλιος ~ει το φως στη Γη. Πβ. (εκ)πέμπω. ΑΝΤ. λαμβάνω (1) 2. ενεργώ έτσι, ώστε να πάει κάποιος κάπου ή να βρεθεί σε μια κατάσταση: (Μια χώρα) ~ει αντιπροσωπεία στον ΟΗΕ/εκπροσώπους στη διάσκεψη/ειρηνευτική δύναμη (/εκστρατευτικό σώμα/παρατηρητές/στρατεύματα/στρατό) στο πεδίο της μάχης/στρατιώτες στον πόλεμο. ~ τα παιδιά για μεταπτυχιακό στο εξωτερικό/για ύπνο/για ψώνια/διακοπές/κατασκήνωση/σε δημόσιο ή σε ιδιωτικό σχολείο/ταξίδι. ~ πελατεία στο μαγαζί/τουρίστες στα νησιά. Με ~αν πίσω/σε αυτή τη διεύθυνση. ~ κάποιον στον ανακριτή/στον διευθυντή (πβ. παραπέμπω)/στο εδώλιο/στον εισαγγελέα/εξορία/(στη) φυλακή. Ο γιατρός τον ~ε να κάνει μια σειρά εξετάσεων. (για πολιτικό ή κόμμα) Η ψήφος του λαού θα μας στείλει στη Βουλή. Τον γρονθοκόπησε και τον ~ε στο νοσοκομείο. Βλ. διαολο~. ● ΦΡ.: με στέλνει/με έστειλε 1. (αργκό) για κάποιον ή κάτι που με αφήνει άφωνο, έκπληκτο: Τώρα, μεγάλε, με έστειλες μ' αυτό που είπες! ΣΥΝ. καραφλιάζω (1), κουφαίνω (2) 2. (οικ.) για κάποιον ή κάτι που με ξετρελαίνει: Τα λαϊκά τραγούδια με στέλνουν!, στέλνω κάποιον σπίτι του (προφ.): τον διώχνω, τον απολύω: Τον θεώρησαν υπεύθυνο και τον έστειλαν ~ ~. Πβ. αποπέμπω., στέλνω κάποιον στο απόσπασμα/στην κρεμάλα & στην καρμανιόλα: για εκτέλεση: Το καθεστώς έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα χιλιάδες αντιφρονούντες.|| (μτφ.) Έστειλαν στο απόσπασμα (πβ. κατάργησαν) τα δικαιώματα των εργαζομένων., στέλνω/οδηγώ κάποιον στον άλλο κόσμο/στον τάφο/στα θυμαράκια (προφ.): τον σκοτώνω: Έχει στείλει πολύ κόσμο ~ ~. Θα με στείλεις ~ ~ με αυτά που κάνεις!, θα με στείλει/θα με κλείσει στο Δαφνί/στο Δρομοκαΐτειο βλ. Δαφνί, οδηγώ/πηγαίνω/σέρνω/στέλνω/τραβάω/τρέχω (κάποιον) στο δικαστήριο/στα δικαστήρια βλ. δικαστήριο, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, στέλνω κάποιον αδιάβαστο βλ. αδιάβαστος, στέλνω κάποιον για βρούβες βλ. βρούβα, στέλνω κάποιον στον διά(β)ολο/στον αγύριστο/από εκεί που ήρθε βλ. διάβολος, στέλνω το(ν) λογαριασμό βλ. λογαριασμός, τον έστειλε για τσάι βλ. τσάι [< μεσν. στέλνω]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ