Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κρήνη κρή-νη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): καλαίσθητη συνήθ. κατασκευή από την οποία αναβλύζει νερό που προέρχεται από φυσική ή τεχνητή πηγή: μαρμάρινη/μνημειακή/πέτρινη ~. Η ~ του ναού (βλ. φιάλη)/της πλατείας. Πβ. βρύση. Βλ. γούρνα, πηγάδι, σιντριβάνι, στέρνα, υδραγωγείο. [< αρχ. κρήνη]

γούρνα

γούρναγούρ-να ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) φυσικό ή σκαλιστό κοίλωμα στο οποίο συλλέγεται νερό και ειδικότ. λεκάνη για το πότισμα των ζώων: βρύση με μαρμάρινη ~. Πβ. δεξαμενή, ποτίστρα. 2. κοιλότητα νεροχύτη ή νιπτήρα: διπλή ~. ● Υποκ.: γουρνάκι (το), γουρνίτσα (η) [< μεσν. γούρνα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.