Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κρήνη κρή-νη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): καλαίσθητη συνήθ. κατασκευή από την οποία αναβλύζει νερό που προέρχεται από φυσική ή τεχνητή πηγή: μαρμάρινη/μνημειακή/πέτρινη ~. Η ~ του ναού (βλ. φιάλη)/της πλατείας. Πβ. βρύση. Βλ. γούρνα, πηγάδι, σιντριβάνι, στέρνα, υδραγωγείο. [< αρχ. κρήνη]

γούρνα

γούρναγούρ-να ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) φυσικό ή σκαλιστό κοίλωμα στο οποίο συλλέγεται νερό και ειδικότ. λεκάνη για το πότισμα των ζώων: βρύση με μαρμάρινη ~. Πβ. δεξαμενή, ποτίστρα. 2. κοιλότητα νεροχύτη ή νιπτήρα: διπλή ~. ● Υποκ.: γουρνάκι (το), γουρνίτσα (η) [< μεσν. γούρνα]