Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κρίσιμος , η, ο κρί-σι-μος επίθ. 1. που είναι καθοριστικής σημασίας: ~oς: αγώνας/ρόλος. ~η: ερώτηση/περίοδος/στιγμή/συνάντηση. ~ο: γεγονός/πεδίο. ~ες: ώρες. ~α: ζητήματα/θέματα (= καίρια). Έχουμε φτάσει σε ~ο σημείο/στάδιο. Τα επόμενα λεπτά είναι (ιδιαίτερα/πολύ) ~α για ... Πβ. αποφασιστ-, σημαντ-ικός. Βλ. καταλυτικός. 2. σοβαρός, επικίνδυνος, ανησυχητικός: Νοσηλεύεται σε ~η κατάσταση. Βρίσκεται σε ~η ηλικία (για έμφραγμα). Βλ. ευαίσθητος. 3. ΦΥΣ. οριακή τιμή φυσικού μεγέθους στην οποία συντελείται απότομη μεταβολή στις ιδιότητες ενός σώματος: ~η: γωνία/θερμοκρασία/πυκνότητα. Βλ. υπερ~, υπο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κρίσιμη μάζα βλ. μάζα ● ΦΡ.: σε κρίσιμη καμπή βλ. καμπή [< 1, 2: αρχ. κρίσιμος, γαλλ. critique, αγγλ. critical]

ευαίσθητος

ευαίσθητος, η, ο [εὐαίσθητος] ευ-αί-σθη-τος επίθ. 1. που συγκινείται, στενοχωριέται ή προσβάλλεται εύκολα· που ενδιαφέρεται για τα προβλήματα της κοινωνίας, των συνανθρώπων του και συμπάσχει μαζί τους: (για πρόσ.) ~ος: καλλιτέχνης. ~η: ψυχή. ~ και ρομαντικός/τρυφερός (πβ. λεπτεπίλεπτος, ντελικάτος). Κοινωνικά ~οι πολίτες (= ευαισθητοποιημένοι). Έχει γίνει πολύ ~η. Είναι ~ σε θέματα που αφορούν την οικογένειά του. Πβ. ευσυγκίνητος. Βλ. αδιάφορος, σκληρός, υπερ~.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ηλικία (: η παιδική ή συνηθέστ. η εφηβική)/ματιά (στον ανθρώπινο πόνο). ~α: τραγούδια (= συγκινητικά). ΣΥΝ. συναισθηματικός (2) ΑΝΤ. αναίσθητος (2), ασυγκίνητος 2. που επηρεάζεται σχετικά εύκολα και συνήθ. αρνητικά από εξωτερικά κυρ. ερεθίσματα ή αντιδρά πιο έντονα σε αυτά: ~ος: λαιμός/οργανισμός (= ευπρόσβλητος). ~η: ερωτογενής ζώνη (π.χ. στήθος). ~ο: στομάχι. ~α: νεύρα. Είναι ~η στις ανοιξιάτικες αλλεργίες. ~ στον ήλιο/στο φως (βλ. φωτο~). Σαμπουάν για λεπτά/ξηρά και ~α μαλλιά. Μάσκα απολέπισης για ~ες επιδερμίδες (πβ. ευερέθιστος). Φυτό ~ο σε ασθένειες. Από μικρός είχε ~η (= εύθραυστη) υγεία. (για αισθητήρια όργανα) ~η: όσφρηση. Βλ. θερμο~. 3. που απαιτεί προσεκτικό, λεπτό χειρισμό και διακριτικότητα: ~η: υπόθεση. ~ο: ζήτημα/πρόβλημα. Ο ~ κλάδος της υγείας/τομέας της εκπαίδευσης. Η πιο ~η πλευρά ενός θέματος. Πβ. επικίνδυνος, κρίσιμος, νευραλγικός. 4. ΤΕΧΝΟΛ. (για όργανο, συσκευή) που μπορεί να καταγράφει μικρές αλλαγές ή διαφορές σε φυσικά μεγέθη: ~ος: αισθητήρας. ~η: ζυγαριά (πβ. ακριβής). ~ο: μικρόφωνο. ● επίρρ.: ευαίσθητα ● ΣΥΜΠΛ.: ευαίσθητη αγορά: ΟΙΚΟΝ. της οποίας οι τιμές επηρεάζονται εύκολα από τις εκάστοτε (ευνοϊκές ή δυσμενείς) συνθήκες: η ~ ~ του Χρηματιστηρίου. [< αγγλ. sensitive market] , ευαίσθητη περιοχή 1. τα γεννητικά όργανα των γυναικών συνήθ. ή των μωρών: μαντιλάκια καθαρισμού/προστασία/υγιεινή της ~ης ~ής. Πλένετε την ~ ~ του βρέφους με άφθονο νερό και ειδικό σαπούνι. 2. {συνήθ.+ γεν.} (γενικότ.) οποιοδήποτε ευαίσθητο μέρος ή όργανο του γυναικείου κυρ. σώματος: προϊόν κατάλληλο για την ~ ~ των ματιών. Σύσφιξη και βελτίωση της ~ης ~ης του λαιμού. 3. (μτφ.) που παρουσιάζει γεωπολιτική αστάθεια: η ~ ~ της Μέσης Ανατολής., ευπαθείς/ευαίσθητες/ευάλωτες (κοινωνικά) ομάδες: τμήματα του πληθυσμού που χρειάζονται ιδιαίτερη μεταχείριση και προστασία, λόγω της κοινωνικής, οικονομικής, πνευματικής ή φυσικής τους κατάστασης και τα οποία είναι ευάλωτα στον κοινωνικό αποκλεισμό, σε ασθένειες, σε φυσικές καταστροφές (παιδιά, ηλικιωμένοι, άνεργοι, άποροι, μετανάστες, παλιννοστούντες, πρόσφυγες, ναρκομανείς, άστεγοι): μέτρα για την ενίσχυση της απασχόλησης των ~ών ~ων. [< αγγλ. vulnerable groups] , οικολογικά ευαίσθητες περιοχές: ΟΙΚΟΛ. στις οποίες μπορεί εύκολα να διαταραχθεί η οικολογική ισορροπία, π.χ. υγρότοποι, παράκτιες, παραποτάμιες ή παραλίμνιες ζώνες, θαλάσσια πάρκα, πηγές νερού: τουρισμός και βιωσιμότητα σε ~ ~ της Ευρώπης., αδύνατο σημείο βλ. αδύνατος, αδύνατος/αδύναμος κρίκος βλ. κρίκος, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα βλ. προσωπικός ● ΦΡ.: αγγίζω τις ευαίσθητες χορδές (κάποιου) βλ. αγγίζω [< αρχ. εὐαίσθητος ‘αυτός που έχει καλή ή έντονη αισθητικότητα’, γαλλ. sensible, αγγλ. sensitive]

καμπή

καμπήκα-μπή ουσ. (θηλ.) 1. {σπανιότ. στον πληθ.} (μτφ.) χρονικό διάστημα ή γεγονός καθοριστικής σημασίας, επειδή σηματοδοτεί σημαντικές αλλαγές: Βρίσκεται σε (μια) δύσκολη (= φάση) ~ της ζωής του. Η συνθήκη αποτέλεσε αποφασιστική/ιστορική ~ (= ορόσημο, σταθμό) στις σχέσεις των δύο χωρών. Η καριέρα του παρουσιάζει/περνάει από μεγάλη ~. 2. (επίσ.) γωνία, στροφή: ανοικτές/κλειστές ~ές. Σε μια απότομη/επικίνδυνη ~ του δρόμου. Πβ. κούρμπα.|| (IATΡ.) Κολική ~ (: ηπατική). ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο καμπής 1. (μτφ.) αποφασιστικό στάδιο ή συμβάν: Το ~ ~ της υπόθεσης ήταν ... Πβ. τομή.|| Σε ~ ~ (πβ. οριακό σημείο) οι διαπραγματεύσεις. 2. ΓΕΩΜ. {συνήθ. στον πληθ.} σημείο μετατροπής μιας κυρτής καμπύλης σε κοίλη και αντίστροφα: Τα ~α ~ της γραφικής παράστασης μίας συνάρτησης. [< αγγλ. turning point] ● ΦΡ.: σε κρίσιμη καμπή: σε καθοριστικό στάδιο: Σε/στην πιο ~ ~ βρίσκονται οι ειρηνευτικές συνομιλίες. [< αρχ. καμπή ‘καμπύλη, στροφή, τέρμα, λύγιση, άρθρωση (των μελών)’]

καταλυτικός

καταλυτικός, ή, ό κα-τα-λυ-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.) αποφασιστικός, καθοριστικός, ουσιαστικός: ~ή: βοήθεια/επίδραση/παρέμβαση/παρουσία/συμμετοχή. ~ό: γεγονός/επιχείρημα/χιούμορ/χτύπημα. ~ές: αλλαγές/συνέπειες. Ήττα ~ής σημασίας. Ο ρόλος του αποδείχτηκε/υπήρξε ~. Στοιχείο που αποτελεί ~ό παράγοντα στην εξέλιξη της υπόθεσης. 2. ΧΗΜ. που σχετίζεται με την κατάλυση: ~ός: αντιδραστήρας. ~ή: δράση (των ενζύμων)/πυρόλυση/τεχνολογία/υδρογόνωση. ~ές: αντιδράσεις/ιδιότητες. ~ά: υλικά. Βλ. φωτο~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τον καταλύτη οχημάτων: ~ός: καθαρισμός (των καυσαερίων)/κινητήρας. ~ή: εξάτμιση. ~ό: φίλτρο.|| (ως ουσ.) Αγόρασα ~ό (ενν. αυτοκίνητο). ● επίρρ.: καταλυτικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταλυτικός μετατροπέας βλ. μετατροπέας [< μτγν. καταλυτικός, γαλλ. catalytique, αγγλ. catalytic]

μάζα

μάζα[μᾶζα] μά-ζα ουσ. (θηλ.) {μαζ-ών} 1. ΦΥΣ. το ποσό της ύλης που υπάρχει σε ένα σώμα: ελάχιστη/μέγιστη επιτρεπόμενη ~. Μονάδα ~ας (: κιλό, χιλιόγραμμο). Αδρανειακή/βαρυτική/θερμική ~.|| (IATΡ.) Μυϊκή/οστική ~. Βλ. βιο~. 2. υλικό σώμα, συνήθ. μεγάλων διαστάσεων, με ακανόνιστο σχήμα: ορεινή/πετρώδης/στερεή/συμπαγής/σφαιροειδής/υδάτινη ~. Το αυτοκίνητο μετατράπηκε σε μια άμορφη ~ από σίδερα. Πβ. όγκος.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Ψυχρές αέριες ~ες. 3. μεγάλη ποσότητα: ~ δεδομένων/πληροφοριών/στοιχείων. Η μεγάλη ~ (= η πλειοψηφία) των εργαζομένων/των καταναλωτών/των ψηφοφόρων. Απρόσωπη ~ ανθρώπων.|| (ειδικότ. στον πληθ., πλήθος λαού) Επαναστατημένες/εργατικές/λαϊκές/πλατιές ~ες. Το κίνημα των ~ών (= μαζικό κίνημα). ● ΣΥΜΠΛ.: Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ): ΙΑΤΡ. δείκτης μέτρησης του σωματικού λίπους, που προκύπτει από τη διαίρεση του βάρους του ανθρώπινου σώματος με το τετράγωνο του ύψους του σε μέτρα. [< αγγλ. Body Mass Index, 1983] , κρίσιμη μάζα 1. σύνολο, συνήθ. ανθρώπων, το οποίο είναι αρκετά μεγάλο, ώστε να διαμορφώσει μια κατάσταση ή να επηρεάσει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα: η ~ ~ δραστηριοτήτων/των χρηστών (του διαδικτύου). 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. η ελάχιστη ποσότητα σχάσιμου υλικού που είναι απαραίτητη, για να προκαλέσει και να συντηρήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση. [< 1: αγγλ. critical mass, 1919 2: αγγλ. ~ ~, 1941, γαλλ. masse critique] , μαγνητική μάζα: ΦΥΣ. η ποσότητα μαγνητισμού που υπάρχει σε καθέναν από τους δύο πόλους ενός μαγνήτη: αρνητική/θετική ~ ~ (: βόρειου/νότιου πόλου). Βλ. ένταση πεδίου. [< γαλλ. masse magnétique] , ψυχολογία της μάζας/των μαζών/του όχλου/του πλήθους (ΨΥΧΟΛ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.): μελέτη της συμπεριφοράς του ατόμου, όταν αυτό αποτελεί μέλος ενός απρόσωπου πλήθους. [< αγγλ. mass psychology, 1900, crowd psychology, 1924] , ατομική μάζα βλ. ατομικός, μονάδα ατομικής μάζας βλ. ατομικός [< αρχ. μᾶζα ‘κρίθινη ζύμη ή πίτα’, γαλλ. masse, αγγλ. mass]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.