Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κραγιόνι κρα-γιό-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): κηρομπογιά: χρωματιστά ~ια. Πβ. παστέλ. ΣΥΝ. κραγιόν (2)