καπιταλισμόςκα-πι-τα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. οικονομικό σύστημα στο οποίο τα μέσα παραγωγής (κεφάλαια) βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών και ελέγχονται από αυτούς, που αγοράζουν και πληρώνουν το εργατικό δυναμικό και εκμεταλλεύονται το κέρδος από την πώληση αγαθών στην ελεύθερη ανταγωνιστική αγορά: βιομηχανικός/κρατικομονοπωλιακός ~. Βλ. κομμουν-, μερκαντιλ-, (νεο)φιλελευθερ-, σοσιαλ-ισμός, μετα~, πλουτοκρατία. ΣΥΝ. κεφαλαιοκρατία (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικός καπιταλισμός: (σύμφωνα με τον λενινισμό) οικονομικό σύστημα στο οποίο η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει αναλάβει τη διαχείριση της παραγωγής αλλά υπό τον αυστηρό έλεγχο του κράτους. Βλ. κρατ-, συγκεντρωτ-ισμός., λαϊκός καπιταλισμός: διανομή μετοχών στους εργαζομένους και συμμετοχή τους στα κέρδη των επιχειρήσεων., μονοπωλιακός καπιταλισμός: που βασίζεται στην ανάπτυξη καρτέλ και μονοπωλίων. [< αγγλ. capitalism, 1833, γαλλ. capitalisme, 1842]
μυστικόμυ-στι-κό ουσ. (ουδ.) 1. οτιδήποτε γνωρίζει κάποιος εμπιστευτικά και είναι ή πρέπει να μείνει κρυφό από τους άλλους: επαγγελματικό/οικογενειακό/πανάρχαιο/παράξενο/πολύτιμο/προσωπικό/σκοτεινό ~. Αποκαλύπτω/εκμυστηρεύομαι/εμπιστεύομαι/κρύβω/προδίδω/φανερώνω/φέρνω στο φως/φυλάω ένα ~. Μοιράζομαι ένα ~ με κάποιον. Καλά κρυμμένα/μύχια ~ά. Έχει (στα χέρια της) ένα σημαντικό ~. Δεν σου λέω, είναι ~. Να σου πω ένα ~; Μόνο εσύ ξέρεις το ~. Δεν είναι ~ ότι ... Του λέει όλα τα ~ά της. Δεν έχει/κρατά ~ά από αυτή. Μεταξύ τους δεν υπάρχουν ~ά. Φοβούνται μήπως διαρρεύσουν τα ~ά τους. Προσπάθησαν να αποσπάσουν/(υπο)κλέψουν στρατιωτικά ~ά της χώρας. Πβ. απόρρητο, ντεσού.|| Πήρε το ~ του στον τάφο (: πέθανε χωρίς να το πει σε κανέναν). 2. τρόπος ενέργειας που οδηγεί σε επιθυμητό αποτέλεσμα και συνήθ. δεν είναι γνωστός σε πολλούς: το ~ της γοητείας/της επιτυχίας/της ευτυχίας (πβ. κλειδί, συνταγή). Τα ~ά της γυναικείας κομψότητας/του διαδικτύου/της κουζίνας/του κρασιού/της μακροζωίας/της σωστής διατροφής/της φωτογραφίας. ~ά (της) ομορφιάς/υγείας. Γευστικά/ιατρικά ~ά. Πέντε/μικρά/χρήσιμα/χρυσά ~ά για απώλεια βάρους. Το ~ μας είναι ότι μείναμε ενωμένοι μέχρι το τέλος. Τους δίδαξε/έμαθε τα ~ά της τέχνης του. Από μικρός μπήκε/μυήθηκε στα ~ά της δουλειάς/του επαγγέλματος. || Το απόλυτο ~ για τέλειο σώμα. 3. οτιδήποτε ανεξήγητο, άγνωστο ή μυστήριο: τα ανεξερεύνητα ~ά της φύσης. Εξερευνώντας τα ~ά του εγκεφάλου/της ζωής/του θανάτου/του Σύμπαντος. Οι επιστήμονες ίσως ανακάλυψαν/βρήκαν το ~ για τη θεραπεία του ... Βλ. αίνιγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικό μυστικό & κρατικό απόρρητο: κάθε στοιχείο κρατικής ασφάλειας το οποίο πρέπει να παραμείνει κρυφό σύμφωνα με τον νόμο: αποκάλυψη/διαρροή ~ών ~ών. [< γαλλ. secret d'État] , επτασφράγιστο μυστικό βλ. επτασφράγιστος, κοινό μυστικό βλ. κοινός ● ΦΡ.: σκάω το μυστικό (σε κάποιον) (λαϊκό): το αποκαλύπτω: Σε μια κουβέντα που είχαμε, μου το έσκασε ~. [< γαλλ.-αγγλ. secret, ουσιαστικοπ. ουδ. του μτγν. επιθ. μυστικός]
προϋπολογισμόςπρο-ϋ-πο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός των εκτιμώμενων εσόδων και εξόδων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: οικογενειακός ~. ~οί Δήμων/Πανεπιστημίων.|| ~ δράσης/λιτότητας. ~oί επενδύσεων. Η κατασκευαστική εταιρεία ανέλαβε έργα συνολικού ~ού ... ευρώ. Πβ. μπάτζετ. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικός/δημόσιος/κοινοτικός προϋπολογισμός: τα προβλεπόμενα έσοδα και έξοδα ενός κράτους ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίστοιχα, για κάθε οικονομικό έτος: ελλειμματικός/ετήσιος/ισοσκελισμένος/πλεονασματικός ~ ~. Καταρτίστηκε/κατατέθηκε ο ~ ~. Η εκτέλεση του ~ού ~ού. Έγκριση/ψήφιση του ~ού ~ού από τη Βουλή. Μαύρη τρύπα στον ~ό ~ό., έλλειμμα (του) προϋπολογισμού βλ. έλλειμμα, ισοσκελισμένος προϋπολογισμός βλ. ισοσκελίζω [< γαλλ. devis]
χρήμα[χρῆμα] χρή-μα ουσ. (ουδ.) {χρήμ-ατος | -ατα, -άτων} ΣΥΝ. λεφτά 1. ΟΙΚΟΝ. επίσημο μέσο πληρωμής με τη μορφή κερμάτων και χαρτονομισμάτων: ελεγχόμενο (: που η κυκλοφορία του ελέγχεται από τις νομισματικές Αρχές)/μεταλλικό/νόμιμο/παράνομο ~. Κοινοτικό ~ (: οι οικονομικοί πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ζήτηση/προσφορά ~ατος (: συνολική ποσότητα ~ατος σε κυκλοφορία). Διακίνηση/εισροή/έκδοση ~ατος. Η (ανταλλακτική) αξία/τα είδη/το κόστος/ο ρόλος/η τιμή του ~ατος. Βλ. χρηματαγορά. 2. (ειδικότ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μεγάλο) χρηματικό ποσό, συνήθ. σε μετρητά: αφθονία/παραχάραξη/συσσώρευση ~ατος. Βοήθεια/εισφορές σε ~. Πεταμένα/χαμένα ~ατα. Τα ~ατα της αποζημίωσης. Δανεισμός/δαπάνη/εκταμίευση/έλλειμμα/κατάθεση/μεταβίβαση/υπεξαίρεση ~άτων. Καταμετρητής/κάτοχος ~άτων. Παιχνίδια με αληθινά/εικονικά ~ατα. Εξοικονομώ χρόνο και ~. Επενδύω τα ~ατά μου (πβ. κεφάλαιο). Επιστράφηκαν/παρακρατήθηκαν ~ατα. Διαθέτω/διαχειρίζομαι/καταβάλλω/κλέβω/μαζεύω/ξοδεύω/προσφέρω/χρειάζομαι ~ατα. Μεταφέρω/τοποθετώ ~ατα σε λογαριασμό. Δεν έχω καθόλου ~ατα μαζί/πάνω/στο πορτοφόλι μου. Δεν λογαριάζω/τσιγκουνεύομαι τα ~ατα. Μου κόστισε/στοίχισε πολλά ~ατα. Δεν θα πάμε διακοπές ελλείψει ~άτων. Πβ. ρευστό. 3. (ειδικότ.) (μεγάλες) απολαβές ή χρηματική περιουσία, πλούτος· συνεκδ. οι οικονομικά εύρωστοι: ~ατα και ακίνητα. Πακτωλός ~άτων. Το ~ ρέει άφθονο. Δουλειές που αφήνουν ~ (: κέρδος). Βγάζει αρκετά ~ατα από τη δουλειά του. Έχει πολλά ~ατα. Πόσα ~ατα παίρνεις τον μήνα (: ποιος/πόσος είναι ο μισθός σου); Έπαιξε όλα του τα ~ατα στα χαρτιά.|| Η δύναμη/το κυνήγι του ~ατος. Επίδειξη ~ατος. Αγαπάει/κυνηγάει το ~ (= τους παράδες, τα φράγκα). Πβ. μαμωνάς.|| Το ~ (= οι πλούσιοι) εξουσιάζει τον κόσμο. ● ΣΥΜΠΛ.: ακριβό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. δανεισμός με υψηλό επιτόκιο, επειδή η ζήτηση χρήματος υπερβαίνει την προσφορά., βρόμικο/μαύρο χρήμα: χρηματικά ποσά που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες και δεν έχουν φορολογηθεί: διακίνηση/εισαγωγή ~ου ~ατος. Χώρα που λειτουργεί ως παράδεισος/πλυντήριο (: για ξέπλυμα) ~ου ~ατος. [< αγγλ. dirty/black money] , γκρίζο χρήμα (προφ.): μίζα., δημόσιο/κρατικό χρήμα: οι οικονομικοί πόροι του κράτους: διαχείριση/κατάχρηση του δημόσιου ~ατος., εύκολο χρήμα (προφ.): χρηματικά ποσά που αποκτώνται με εύκολο και συνήθ. μη νόμιμο τρόπο: γρήγορο και ~ ~ (στα χαρτιά/στο καζίνο). [< αγγλ. easy money] , ζεστό χρήμα & (σπάν.) θερμό/καυτό χρήμα 1. (προφ.) ρευστό: Η συμφωνία έκλεισε με ~ ~ (= μετρητά). Η αγορά έχει ανάγκη από ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. επενδυτικό κεφάλαιο που επιδιώκει βραχυπρόθεσμα την υψηλότερη δυνατή απόδοση. [< αγγλ. hot money, 1936] , ηλεκτρονικό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που έχει αποθηκευτεί με ηλεκτρονικό τρόπο, κυρ. για πραγματοποίηση συναλλαγών μέσω διαδικτύου. Πβ. ηλεκτρονικό πορτοφόλι. [< αγγλ. electronic/e-money, 1966] , πολιτικό χρήμα (κυρ. στη ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.): η χρηματοδότηση, τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων., τραπεζικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. τραπεζικές επιταγές., φτηνό χρήμα (προφ.): δανεισμός χρημάτων με χαμηλό επιτόκιο και ευνοϊκούς όρους., ψηφιακό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που διακινείται ηλεκτρονικά. [< αγγλ. digital cash, 1991] , άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, λογιστικό χρήμα βλ. λογιστικός, ξέπλυμα χρήματος βλ. ξέπλυμα, πιστωτικό χρήμα βλ. πιστωτικός, πλαστικό χρήμα βλ. πλαστικός, ρευστό χρήμα βλ. ρευστός, το κόστος του χρήματος βλ. κόστος ● ΦΡ.: βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα (προφ.): επενδύω μεγάλο χρηματικό ποσό σε κάτι που πιστεύω ότι θα μου αποφέρει κέρδος: Έβαλε/έριξε πολλά λεφτά στην επιχείρηση., είναι υπεράνω χρημάτων (λόγ.): δεν τον ενδιαφέρουν τα λεφτά., επί χρήμασι (αρχαιοπρ.): έναντι χρημάτων, με οικονομικό αντάλλαγμα: πληροφορίες ~ ~.|| ~ ~ εκδιδόμενη γυναίκα. Πβ. επί πληρωμή. ΑΝΤ. δωρεάν, ο χρόνος είναι χρήμα (γνωμ.): είναι σημαντική η σωστή διαχείριση του χρόνου., παίρνω χρήματα (προφ.): χρηματίζομαι, δωροδοκούμαι. Πβ. τα παίρνει χοντρά, τα πιάνει., τα χρήματα δεν πέφτουν από τον ουρανό: τα λεφτά δεν αποκτώνται εύκολα, πρέπει να δουλέψει σκληρά κάποιος, για να τα αποκτήσει., το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν: για να δηλωθεί ότι η προέλευση των χρημάτων δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. [< γαλλ. l 'argent n'a pas d'odeur] , τραβάω χρήματα (προφ.): κάνω ανάληψη: ~ηξε ~ απ' την κάρτα/τον λογαριασμό/την τράπεζα., χρήμα/παράς/φράγκα με ουρά (προφ.): μεγάλα χρηματικά ποσά: Βγάζει ~ ~. ΣΥΝ. λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά, δει δη χρημάτων βλ. δει, έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου βλ. στάση, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, ο έρωτας κι ο βήχας δεν κρύβονται βλ. κρύβω, πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος βλ. μέτρο [< αρχ. χρῆμα]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ