κρεμαγιέρα κρε-μα-γιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα στο σύστημα διεύθυνσης αυτοκινήτου για τη μετάδοση της κίνησης στους τροχούς, το οποίο αποτελείται από οδοντωτό τροχό και κανόνα: ~ με υδραυλική υποβοήθηση. Βλ. κιβώτιο (ταχυτήτων), σασμάν, -ιέρα. [< γαλλ. crémaillère]
κιβώτιο
κιβώτιοκι-βώ-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ορθογώνιο ή τετράγωνο κουτί που κλείνει συνήθ. στο επάνω μέρος και χρησιμοποιείται κυρ. για συσκευασία και μεταφορά ή φύλαξη εμπορευμάτων: μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό/σφραγισμένο/χάρτινο (= χαρτο~) ~. Βιομηχανικά/ταχυδρομικά ~α. ~ τροφίμων/φρούτων (βλ. καφάσι, τελάρο). ~ με εργαλεία (πβ. θήκη). (Ένα) ~ αναψυκτικά/μπίρες (πβ. κάσα, κασέλα, κασόνι). Βλ. γραμματο~, χρηματο~. ● Υποκ.: κιβωτιάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κιβώτιο (ταχυτήτων): ΜΗΧΑΝΟΛ. σύμπλεγμα οδοντωτών τροχών (γραναζιών), το οποίο προσαρμόζει τη ροπή και τις στροφές του κινητήρα ενός οχήματος στις ανάγκες της κίνησης, λειτουργεί δηλ. ως μηχανισμός για την αλλαγή των ταχυτήτων: (ημι)αυτόματο ή ηλεκτρονικό/μηχανικό ή χειροκίνητο ~ ~. Σειριακό ~ ~ (: στο οποίο ο λεβιές κινείται μόνο εμπρός-πίσω και όχι και αριστερά-δεξιά). ~ πέντε σχέσεων/ταχυτήτων. Εξάρι ~ ~. Λιπαντικό ~ου ~ (= βαλβολίνη). Αλλαγή/(κοντή/μακριά) κλιμάκωση (του) ~ου ~. Βλ. κρεμαγιέρα. ΣΥΝ. σασμάν [< γαλλ. boîte (de vitesses)] [< αρχ. κιβώτιον]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.