Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κρημνός κρη-μνός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. σύνθετo τμήμα ιστών (κυρ. του δέρματος) που μετατίθεται με χειρουργική επέμβαση από μια περιοχή του σώματος σε μια άλλη γειτονική. 2. γκρεμός· κυρ. στη ● ΦΡ.: κατά κρημνών (λόγ.): προς την καταστροφή: Η επιχείρηση/οικονομία βαίνει/πάει ~ ~. Πβ. κατά δια(β)όλου. [< 1: γαλλ. lambeau 2: αρχ. κρημνός]