εκπρόσωπος[ἐκπρόσωπος] εκ-πρό-σω-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ώπου} ΣΥΝ. αντιπρόσωπος 1. πρόσωπο που εκπροσωπεί κάποιον: αιρετός/εκλεγμένος/εξουσιοδοτημένος/επίσημος/νόμιμος ~ (ενός οργάνου/φορέα). Ο κοινοβουλευτικός ~ ενός κόμματος. Οι ~οι των διαδίκων/δύο πλευρών (: δικηγόροι). ~οι του ΟΗΕ (: επιτετραμμένοι). Ανάδειξη/εκλογή/επίσκεψη/συμμετοχή ~ώπων. Διασκέψεις με ~ώπους των κρατών-μελών. Πβ. πληρεξούσιος. Βλ. -πρόσωπος. 2. (μτφ.) εκφραστής κινήματος, ρεύματος, ιδεολογίας: ~οι της γενιάς του '30/του ρομαντισμού. ~οι των γραμμάτων και των τεχνών. Βλ. πρεσβευτής. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπρόσωπος Τύπου: υπεύθυνος για την ενημέρωση των δημοσιογράφων: ο ~ ~ της Αστυνομίας/του κόμματος. Ανακοίνωση/συνέντευξη του ~ώπου ~ου., κυβερνητικός εκπρόσωπος: ο εκπρόσωπος Τύπου της κυβέρνησης. [< γαλλ. porte-parole du gouvernement] [< μεσν. εκπρόσωπος, γαλλ. représentant, délégué]
κυβέρνησηκυ-βέρ-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. (κ. με κεφαλ. Κ) ανώτατος πολιτειακός θεσμός άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας που αποτελείται από τον πρωθυπουργό και το σύνολο των υπουργών και των υφυπουργών· γενικότ. διακυβέρνηση: βιώσιμη/δημοκρατική/επαναστατική/ισχυρή/κατοχική/κοινοβουλευτική/προοδευτική/προσωρινή/συντηρητική/φιλελεύθερη ~. ~ ανδρεικέλων (= ελεγχόμενη)/μειοψηφίας/πλειοψηφίας. Η κεντρική/ομοσπονδιακή ~ και οι περιφερειακές/τοπικές ~ήσεις (στις ΗΠΑ· βλ. αυτο~). Διαδοχικές/εθνικές/μονοκομματικές/πολυκομματικές ~ήσεις. Αλλαγή/ανασχηματισμός/θέσεις/μέλη/όργανο/στελέχη της ~ης. Έπεσε/ορκίστηκε (η νέα)/παραιτήθηκε η ~. Συγκροτήθηκε/σχηματίστηκε ~. Βλ. αντιπολίτευση, κράτος, υπουργικό συμβούλιο.|| Πήρε στα χέρια του την ~. Αυταρχική/δικτατορική ~. Βλ. ηγεσία, διεύθυνση, διοίκηση, παρα~, συγ~. 2. (σπάν.-ειδικότ.) πλοήγηση: ~ του πλοίου. Πβ. πιλοτάρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας/ενότητας: ΠΟΛΙΤ. της οποίας τα μέλη προέρχονται συνήθ. από όλα τα κόμματα και σχηματίζεται σε περιόδους πολιτικής κρίσης., κυβέρνηση συνασπισμού/συνεργασίας & κυβερνητικός συνασπισμός & συμμαχική κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. που σχηματίζεται από δύο ή περισσότερα κόμματα., οικουμενική κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. στην οποία συμμετέχουν όλα συνήθ. τα κόμματα της Βουλής και έχει πλήρη ή ευρύτατη κοινοβουλευτική στήριξη., αυτοδύναμη κυβέρνηση βλ. αυτοδύναμος, Εφημερίδα της Κυβερνήσεως βλ. εφημερίδα, μεταβατική κυβέρνηση βλ. μεταβατικός, Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου βλ. πρόεδρος, σκιώδης κυβέρνηση βλ. σκιώδης, υπηρεσιακή κυβέρνηση βλ. υπηρεσιακός ● ΦΡ.: ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις: (έχει μεγάλη δύναμη ώστε να μπορεί να) αναδεικνύει και (να) καθαιρεί από την εξουσία τους κυβερνώντες: Η κοινή γνώμη/ο λαός/ο Τύπος ~ ~., με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα [< αρχ. κυβέρνησις, γαλλ. gouvernement, αγγλ. government]
οργάνωση[ὀργάνωση] ορ-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (συχνά με κεφαλ. Ο) ομάδα ατόμων με ιεραρχική δομή και επίσημο χαρακτήρα η οποία έχει συσταθεί για την προώθηση κοινών στόχων από τα μέλη της: δημοτική/διεθνής/παγκόσμια/τοπική ~. Αγροτική/αθλητική/ακτιβιστική/αντιρατσιστική/εργατική/θρησκευτική/κομματική/μυστικ(ιστι)κή/οικολογική/πολιτι(στι)κή/συνδικαλιστική/συνεταιριστική/φιλοζωική/φοιτητική ~. Απελευθερωτική/αυτονομιστική/εξτρεμιστική/επαναστατική ~. ~ νέων (= νεολαία). Δράση/ηγεσία ~ης. ~ώσεις εμπόρων/καταναλωτών/μεταναστών/παραγωγών. Ομοσπονδία ~ώσεων. Βλ. οργανισμός, σύλλογος, συνδικάτο, σωματείο, αυτο~. 2. συστηματοποίηση διαφορετικών στοιχείων με βάση συγκεκριμένες μεθόδους και αρχές, ώστε να αποτελέσουν ενιαίο και λειτουργικό σύνολο: βιομηχανική/γενική/διοικητική/κοινωνική/οικονομική ~. ~ και στελέχωση γραμματείας/εταιρείας/ιδρύματος/σχολής/τμήματος/τράπεζας/υπηρεσίας. Κοινή ~ αγορών στον τομέα ... Βλ. αναδι~, αυτο~.|| ~ δικτυακού τόπου/εργασίας/εργοταξίου/έρευνας/περιεχομένου/σπιτιού/υλικού/χρόνου. Ηλεκτρονική ~ γραφείου. Σχεδίαση και ~ χώρου. ~ και διαχείριση έργων/προγραμμάτων. ~ και καταμερισμός αρμοδιοτήτων. Στρατηγική ~ης της παραγωγικής διαδικασίας. Βλ. μηχαν~.|| (για πρόσ.) Δεν έχει καθόλου ~ (= είναι ανοργάνωτος). 3. διοργάνωση: ~ γάμων/δεξιώσεων/εκδρομών/εκθέσεων/πάρτι/συνεδρίων/ταξιδιών/τελετής. Ανέλαβε την ~ της εκδήλωσης. ● ΣΥΜΠΛ.: μη κυβερνητική οργάνωση & μη κυβερνητικός οργανισμός (ακρ. ΜΚΟ): μη κερδοσκοπικός φορέας ο οποίος δεν εξαρτάται από το κράτος, αλλά βασίζεται στην εθελοντική δράση και την πρωτοβουλία ιδιωτών, με στόχο κυρ. την προώθηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων, την προστασία του περιβάλλοντος. Βλ. ανθρωπιστικές οργανώσεις, Διεθνής Αμνηστία, Ερυθρός Σταυρός, κοινωνία των πολιτών. [< αγγλ. Non-Governmental Organization (NGO), 1967] , Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων & Διοίκηση Επιχειρήσεων: επιστήμη η οποία έχει ως αντικείμενο τη μελέτη οικονομικών και τεχνολογικών θεμάτων που αφορούν τη διοίκηση επιχειρήσεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα ή οι σχετικές σπουδές: Τμήμα ~ης και ~ης ~ (Οικονομικού Πανεπιστημίου). Βλ. μάρκετινγκ. ΣΥΝ. μάνατζμεντ [< αγγλ. Business Administration (ΒΑ)] , ανθρωπιστικές οργανώσεις βλ. ανθρωπιστικός, περιβαλλοντικές οργανώσεις βλ. περιβαλλοντικός, τρομοκρατική οργάνωση/ομάδα βλ. τρομοκρατικός [< 2: μτγν. ὀργάνωσις, αγγλ.-γαλλ. organisation]
πράξηπρά-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. υλοποίηση και εφαρμογή ιδέας, πρόθεσης, σκέψης, έργου, σχεδίου και συνεκδ. ό,τι πραγματοποιείται: άδικη/ανέντιμη/ανίερη/ανόσια/αξιέπαινη/απάνθρωπη/βάρβαρη/βέβηλη/γενναία/διδακτική/δίκαιη/εγκληματική/εκπαιδευτική/ευγενική/ηρωική/ιατρική/κοινωνική/πολιτική/πολιτιστική/σχολική/χριστιανική/χυδαία ~. ~ αγάπης/απελπισίας/αυταπάρνησης/βίας/δειλίας/εξιλέωσης/ευθύνης/μίσους/πίστης/τρομοκρατίας.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Χρηματοδότηση ~ης (= έργου).|| Δράστης αξιόποινης ~ης. Τιμήθηκε/τιμωρήθηκε για τις ~εις του. Θα κριθεί από τις ~εις της (= ενέργειες). Κάνε μια καλή ~. Η ~ θα δείξει/θα φανεί στην ~, αν οι ιδέες μας είναι ορθές. Οι ~εις είναι που μετράνε. Ήταν διανοητής, αλλά και άνθρωπος της ~ης (= δράσης). Βλ. διάπραξη. 2. έγγραφη καταχώριση γεγονότος, σύμβασης, υποχρέωσης ή επίσημη απόφαση ανώτατου κρατικού ή θρησκευτικού οργάνου· κατ' επέκτ. διεθνής συνθήκη, συμφωνία: δικαστική/διοικητική/ιδρυτική/κανονιστική/συμβολαιογραφική/ταμειακή ~. Πατριαρχική/συνοδική ~. ~ ακύρωσης/αποδοχής (κληρονομιάς)/διορισμού/νομοθετικού περιεχομένου/παραίτησης. Εκτελεστικές/νομικές/προπαρασκευαστικές/συστατικές ~εις. Με ~ του Υπουργού, ... Η παρούσα ~ θα δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ~ υπουργικού συμβουλίου.|| Ενιαία Ευρωπαϊκή ~. 3. εμπορική ή χρηματιστηριακή ενέργεια, συναλλαγή: εταιρική/οικονομική/προθεσμιακή ~. ~εις ανταλλαγής νομισμάτων/συναλλάγματος. Βλ. αγοραπωλησία, δοσοληψία. 4. αυτοτελής ενότητα θεατρικού έργου· κατ' επέκτ. κάθε φάση σημαντικού γεγονότος ή υπόθεσης: κωμωδία/λυρικό δράμα/όπερα σε τρεις ~εις.|| Η τελευταία ~ του πολέμου/της πολύκροτης δίκης. Πβ. κεφάλαιο, σελίδα. ● ΣΥΜΠΛ.: (μαθηματική/αριθμητική) πράξη: ΜΑΘ. η πρόσθεση, η αφαίρεση, ο πολλαπλασιασμός, η διαίρεση. [< γαλλ. opération mathématique] , κυβερνητικές πράξεις: ΝΟΜ. οι πράξεις των διοικητικών Αρχών που δεν υπόκεινται σε δικαστικό ή διοικητικό έλεγχο. [< γαλλ. actes de gouvernement] , ληξιαρχική πράξη: καταγραφή, σε επίσημο αρχείο, προσωπικών στοιχείων ή γεγονότος, που αφορά την αστική κατάσταση πολίτη: ~ ~ βάπτισης/γάμου/γέννησης/θανάτου. Αντίγραφο ~ής ~ης., λογιστική πράξη: οτιδήποτε επιτελείται στο πλαίσιο της λογιστικής· ειδικότ. καταχώριση σε λογιστικό βιβλίο., Πράξεις των Αποστόλων (οι): ΘΕΟΛ. βιβλίο της Καινής Διαθήκης που αναφέρεται στην ίδρυση της χριστιανικής Εκκλησίας, την εξάπλωση του χριστιανισμού και τη δράση κυρ. των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου., σεξουαλική/ερωτική πράξη: ερωτική επαφή, σεξ., ακόλαστη πράξη βλ. ακόλαστος, γλωσσική πράξη βλ. γλωσσικός, καταλογιστική πράξη βλ. καταλογιστικός, συντακτική πράξη βλ. συντακτικός ● ΦΡ.: βάζω κάτι σε πράξη: το εφαρμόζω, το επιτελώ: ~ ~ μια ιδέα/ένα πρόγραμμα/σχέδιο., η τελευταία πράξη του δράματος (μτφ.): το δραματικό τέλος γεγονότος, ιστορίας: Γράφτηκε/παίχτηκε ~ ~ για τα μέλη της οικογένειας., κάνω κάτι πράξη: το υλοποιώ, το πραγματοποιώ: Έκανε ~ το όνειρό/την πρότασή/υπόσχεσή του. Θα κάνει ~ τις πολιτικές του δεσμεύσεις/εξαγγελίες., στην πράξη: σε πρακτικό επίπεδο, στην εφαρμογή: διδασκαλία/έρευνα/τεχνολογία ~ ~. Ιδέα που δοκιμάστηκε ~ ~. Βλ. στα χαρτιά. ΑΝΤ. στη θεωρία [< 1: αρχ. πρᾶξις 2,4: γαλλ. acte 3: γαλλ. transaction]
ασύνδετο
[σχῆμα] σχή-μα ουσ. (ουδ.) {σχήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. εξωτερική μορφή, περίγραμμα αντικειμένου και γενικότ. σχέδιο, η παράστασή του: ακαθόριστο/ακανόνιστο/ασύμμετρο/ελικοειδές/κανονικό/στρογγυλό/συμμετρικό/σφαιρικό ~. ~ αβγού (= ωοειδές ~). Διαφορετικά/ίδια/όμοια ~ατα. Αποκτώ/δίνω/παίρνω ~.|| Ζωγραφίζω/σχεδιάζω ένα ~. ~ατα στον τοίχο/στην άμμο. Κόσμημα σε ~ καρδιάς. Καναπές με ~ πι.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ τσέπης. Βιβλίο μεγάλου/μέτριου/μικρού ~ατος. Σελίδα ~ατος Α3/Α4/Α5.|| (ΜΟΥΣ.) Ρυθμικό ~ όγδοο με δύο δέκατα έκτα. 2. ΓΕΩΜ. κάθε σύνολο σημείων, επιφανειών στον χώρο· ειδικότ. κάθε στερεό σώμα που εξετάζεται ως προς την εξωτερική του μορφή: γραμμικό/επίπεδο ~. Γεωμετρικά ~ατα (: κύκλος, ορθογώνιο, τετράγωνο, τραπέζιο, τρίγωνο). 3. (μτφ.) σύνολο προσώπων με καθορισμένη αρμοδιότητα που συνεργάζονται για συγκεκριμένο σκοπό: διοικητικό/εταιρικό/ευέλικτο/θεατρικό/οργανωτικό/πολιτικό ~. (ΑΘΛ.) Η ομάδα κατέβηκε με αμυντικό/επιθετικό ~. Το νέο ~ της εκτελεστικής επιτροπής.|| (συχνά για μουσικό συγκρότημα) Λαϊκό/μοντέρνο/μουσικό/νεανικό/παραδοσιακό/ρεμπέτικο/ροκ ~.|| (ΠΟΛΙΤ.) Αριστερό/δεξιό/φοιτητικό ~. 4. ενιαίο, οργανωμένο και ολοκληρωμένο σύνολο γνώσεων, ιδεών και αρχών: θεωρητικό/ιδεολογικό/φιλοσοφικό ~. ΣΥΝ. σύστημα (10) 5. ΕΚΚΛΗΣ. η αμφίεση ή κυρ. η ιδιότητα του μοναχού ή του κληρικού: Περιβλήθηκε το μοναχικό ~. ΣΥΝ. άμφια.|| Φέρει το ιερατικό ~. Πβ. ράσο. ● Υποκ.: σχηματάκι (το): μόνο στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: (σχήμα) πρωθύστερο: ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο αναφέρεται πρώτα εκείνο που θα έπρεπε να ακολουθεί μετά: π.χ. Η ανατροφή και η γέννηση του Ηρακλή., κυβερνητικό σχήμα: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ο πρωθυπουργός και το εκάστοτε υπουργικό συμβούλιο: η δομή/τα μέλη/η ορκωμοσία/η σύνθεση του ~ού ~ατος. Υπουργοί εκτός ~ού ~ατος. [< γαλλ. formation gouvernementale] , σχήμα (λόγου): ΦΙΛΟΛ. τυποποιημένη φράση που χρησιμοποιείται μεταφορικά και έχει καθιερωθεί κυρ. για λόγους έμφασης ή αισθητικής. Βλ. έλξη, κύκλος, ομοιοτέλευτο, σύμφυρση, υπαλλαγή, υπερβατό, χιαστό., (σχήμα) ασύνδετο βλ. ασύνδετος, (σχήμα) πολυσύνδετο βλ. πολυσύνδετος, αγγελικό σχήμα βλ. αγγελικός, ανακόλουθο (σχήμα) βλ. ανακόλουθος, οξύμωρο σχήμα/σχήμα οξύμωρο βλ. οξύμωρος, σχήμα εκ παραλλήλου βλ. παράλληλος, σχήμα εξ αναλόγου βλ. ανάλογος, σχήμα κατά το νοούμενο βλ. νοούμενο, σχήμα λιτότητας βλ. λιτότητα, σχήμα υποφοράς και ανθυποφοράς βλ. ανθυποφορά, υπερβατό σχήμα βλ. υπερβατός, χορευτικό σχήμα βλ. χορευτικός ● ΦΡ.: δεν είναι σχήμα λόγου βλ. λόγος [< αρχ. σχῆμα, γαλλ. schéma, αγγλ. schema 3,4: γαλλ. forme 5: μεσν. ~]
χρέοςχρέ-ος ουσ. (ουδ.) {χρέ-ους | -η, -ών} 1. ΟΙΚΟΝ. υποχρέωση καταβολής ή επιστροφής χρηματικού ποσού που έχει δοθεί συνήθ. ως πίστωση· οφειλή: δυσβάσταχτο/υπέρογκο/υψηλό ~. Ασφαλιστικό/δημοσιονομικό/ενυπόθηκο/ιδιωτικό/καθαρό ~. Αστικά/εμπορικά/εταιρικά/συσσωρευμένα/φορολογικά ~η. ~ της τάξης των/ύψους ... ευρώ. Αναδοχή/απαλοιφή/(άμεση) απόδοση/απομείωση/απόσβεση/διαγραφή/μηδενισμός/παραγραφή/σβήσιμο/τακτοποίηση του ~ους. Τα ~η της επιχείρησης (βλ. παθητικό). ~η από τζόγο. Είσπραξη/κεφαλαιοποίηση/τόκοι ~ών. Έχει ~η (= είναι χρεωμένος). Άφησε ~η (πβ. φέσι). Δεν μπορεί να (απο)πληρώσει/εξοφλήσει τα ~η του (βλ. αναξιόχρεος, φερέγγυος). Διώκεται για ~η προς το Δημόσιο. (μτφ.) Έχει γονατίσει απ' τα ~η. Βλ. πιστοληπτική ικανότητα, υποθήκη. 2. (μτφ.) ευθύνη, ηθική υποχρέωση, καθήκον: ιερό/ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό ~. Συναίσθηση του ~ους. Είναι ~ όλων μας να ... Έχω ~ να ... Θεωρώ ~ μου να ... Επιτελεί το ~ του. Έκανε το ~ του προς την πατρίδα (: υπηρέτησε στον στρατό). Εκπλήρωσε το ~ του απέναντι ... Πβ. αποστολή. ● ΣΥΜΠΛ.: απεχθές χρέος & επαχθές χρέος: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. μη νομιμοποιημένη οφειλή, σε περιπτώσεις όπου η δανειακή σύμβαση έχει συναφθεί με τη σύμφωνη γνώμη του πιστωτή, χωρίς τη συγκατάθεση του έθνους και το χρηματικό ποσό του δανείου έχει σπαταληθεί με τρόπο που αντιβαίνει στα λαϊκά συμφέροντα. [< αγγλ. odious debt, 1927] , δημόσιο/εθνικό χρέος & (σπάν.) κυβερνητικό χρέος & (προφ.) χρέος: ΟΙΚΟΝ. οφειλές του Δημοσίου που προέρχονται από τη σύναψη δανείων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα του εσωτερικού ή του εξωτερικού για την κάλυψη κρατικών αναγκών: ακαθάριστο/συνολικό ~ ~. Αύξηση/διόγκωση του δημόσιου ~ους. Αναδιαπραγμάτευση/αναδιάρθρωση/αναδιάταξη/διακανονισμός/διαχείριση/διευθέτηση του εθνικού ~ους. Το χρέος της χώρας έφτασε/υπερβαίνει τα ... ευρώ. Το ~ ~ ανέρχεται/εκτινάχθηκε στο ... % του ΑΕΠ. Βλ. δημοσιονομικό έλλειμμα, πληθωρισμός. , άφεση χρέους βλ. άφεση, κούρεμα (χρέους) βλ. κούρεμα, χρέος τιμής βλ. τιμή ● ΦΡ.: αναλαμβάνω/ασκώ/(εκ)τελώ χρέη/καθήκοντα (λόγ.): έχω αναλάβει συγκεκριμένη αρμοδιότητα: ~ει/~εί ~ γραμματέα/διερμηνέα. Ο ασκών/εκτελών ~ Προέδρου. Πβ. χρηματίζω., βάζω χρέος (προφ.): χρεώνομαι. Έβαλε ~ ... ευρώ, για ν' αγοράσει ..., πνίγεται/είναι βουτηγμένος/έχει βουλιάξει στα χρέη & τον πνίγουν τα χρέη (μτφ.-προφ.): χρωστά πολλά λεφτά, είναι καταχρεωμένος. [< αρχ. χρέος]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ