κυδώνι κυ-δώ-νι ουσ. (ουδ.) {κυδων-ιού} 1. ΒΟΤ. ο μεγάλος, κίτρινος, χνουδωτός και εδώδιμος καρπός της κυδωνιάς, ο οποίος έχει σκληρή, υπόξινη και στυφή σάρκα: κουκούτσια/σπόροι ~ιού. Βλ. ροδάκινο.|| (ΖΑΧΑΡ.) Ζελέ/κομπόστα/μαρμελάδα ~. ~ γλυκό (: του κουταλιού). ~ τριφτό.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Κρέας με ~ια (= κυδωνάτο).2. ΖΩΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} δίθυρο μαλάκιο (επιστ. ονομασ. Cardium edule) που έχει σχεδόν κυκλικό κέλυφος με ομόκεντρες πτυχώσεις και του οποίου η σάρκα τρώγεται συνήθ. ωμή: θαλασσινά ~ια. Βλ. μύδι, οστρακοειδή, στρείδι, φρούτα της θάλασσας. [< 1: μεσν. κυδώνι(ν) < αρχ. κυδώνιον (μῆλον)]
κυδωνιά κυ-δω-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο δέντρο (επιστ. ονομασ. Cydonia oblonga) με χνουδωτά φύλλα, ρόδινα άνθη και εδώδιμους καρπούς (κυδώνια), το οποίο ευδοκιμεί σε περιοχές με θερμά καλοκαίρια. Βλ. ροδίδες. [< μτγν. κυδωνέα, κυδωνία]
μύδι
μύδιμύ-δι ουσ. (ουδ.) {μυδ-ιού | -ιών, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΖΩΟΛ. μαλάκιο (γένος Mytilus) μαύρου-μοβ χρώματος, με λεπτό δίθυρο όστρακο σε τριγωνικό, μακρόστενο σχήμα, που ζει προσκολλημένο σε βράχια: εκτροφή/καλλιέργεια ~ιών. Βλ. χάβαρο.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια αχνιστά/γεμιστά/σαγανάκι/τηγανητά. Βλ. θαλασσινά, οστρακοειδή, φρούτα της θάλασσας. ● Υποκ.: μυδάκι (το) ● ΦΡ.: σαν μπαγιάτικο μύδι (αργκό): για πρόσ. κουρασμένο και ξεθεωμένο, χωρίς διάθεση και ενεργητικότητα, συνήθ. μετά από ξενύχτι. [< μεσν. μύδιον]
ροδάκινο
ροδάκινορο-δά-κι-νο ουσ. (ουδ.): ο σαρκώδης, χυμώδης και αρωματικός καρπός της ροδακινιάς, ο οποίος έχει χνουδωτή φλούδα, σφαιρικό σχήμα και λευκορόδινο ή κόκκινο χρώμα: λευκόσαρκα ~α. Κομπόστα/λικέρ/μαρμελάδα ~. Τάρτα με ~α. Βλ. γιαρμάς, νεκταρίνι. [< μεσν. ροδάκινον < μτγν. δωράκινον (μῆλον) < λατ. duracinum]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.