Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κωλοφαρδία κω-λο-φαρ-δί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): υπερβολική ή/και ανέλπιστη τύχη: Αυτό θα πει ~! Έχει απίστευτη/μεγάλη ~. Βλ. γκαντεμιά.

γκαντεμιά

γκαντεμιάγκα-ντε-μιά ουσ. (θηλ.) & καντεμιά (προφ.): κακοτυχία· συνεκδ. ατυχές συμβάν, αναποδιά: Με έχει βρει/με κυνηγάει (η) ~. Τι ~ είναι πια αυτή; Με την ~ που έχω/με δέρνει/με τρώει ... Φτού, ~! ΣΥΝ. γκίνια, γρουσουζιά. ΑΝΤ. καλοτυχία, τύχη. Βλ. κωλοφαρδία, ρέντα.|| Απανωτές ~ιές. Από μια ~, άργησα στο ραντεβού.