Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κωπηλάτης κω-πη-λά-της ουσ. (αρσ.) , κωπηλάτισσα (η): πρόσωπο που κωπηλατεί. Βλ. -ηλάτης, πηδαλιούχος. ΣΥΝ. ερέτης [< αρχ. κωπηλάτης]

-ηλάτης

-ηλάτης{-ηλατών} (λόγ.) & (λαϊκό) -λάτης: επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει τον οδηγό, συνήθ. μεταφορικού μέσου: αρματ~.|| Κωπ~/ποδ~.|| Ζευγο-λάτης.|| Στρατ~.