Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- κόλλημα κόλ-λη-μα ουσ. (ουδ.) {κολλήμ-ατος | -ατα} 1. (μτφ.-προφ.) προσκόλληση σε κάτι, εξάρτηση από αυτό: Έχει ~ με τη μουσική/το ποδόσφαιρο/τους υπολογιστές. Πβ. σκάλωμα. ΣΥΝ. λόξα (1), μανία (1), πάθος (2), τρέλα (3), ψύχωση (2) 2. (μτφ.-προφ.) έντονο φλερτ, καμάκι. Πβ. πέσιμο, πολιορκία. Βλ. διπλάρωμα, πλεύρισμα. 3. επικόλληση, συγκόλληση: ~ μιας σπασμένης επιφάνειας. ΑΝΤ. ξεκόλλημα 4. (μτφ.-προφ.) αδυναμία περαιτέρω κίνησης ή λειτουργίας· μπλοκάρισμα: ~ των αυτοκινήτων (= μποτιλιάρισμα).|| ~ του σιντί/του υπολογιστή. Πβ. κρασάρισμα, κρέμασμα. Βλ. κόμπιασμα. ● κολλήματα (τα) (αργκό): αμφιβολίες ή αναστολές: Έχει κάτι ~ ώρες ώρες ... ● ΦΡ.: τρώω/έχω φάει τρελό/μεγάλο/χοντρό/τεράστιο κόλλημα (αργκό): έχω εμμονή με κάποιον ή κάτι: Έχει φάει ~ με την πρώην του (: τη σκέφτεται συνέχεια)., τραβάω κόλλημα βλ. τραβώ [< 3: αρχ. κόλλημα]
διπλάρωμα
διπλάρωμαδι-πλά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) ΣΥΝ. πλεύρισμα 1. προσέγγιση με πλάγια μέσα για ιδιοτελείς ή ερωτικούς σκοπούς: ~ του πελάτη. Bλ. τουμπάρισμα. 2. (συνήθ. για πλοίο) πλεύριση.
κόμπιασμα
κόμπιασμακό-μπια-σμα ουσ. (ουδ.) {κομπιάσμ-ατα} 1. συχνές ακούσιες παύσεις του λόγου, κυρ. εξαιτίας δισταγμού, συναισθηματικής έντασης ή αδυναμίας έκφρασης: ~ στη φωνή (από το άγχος/την αμηχανία). Πβ. κεκέδισμα, τραύλισμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) κακή απόδοση συστήματος (κυρ. μηχανής αυτοκινήτου), που συνίσταται σε συχνές διακοπές της λειτουργίας του: έντονο ~. ~/~ατα στις υψηλές στροφές. Ο κινητήρας κάνει/παρουσιάζει ~/~ατα (στην αλλαγή ταχυτήτων). Πβ. σκορτσάρισμα.
τραβώ
τραβώ[τραβῶ] τρα-βώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τραβ-άς ... | παρατ. τραβ-ούσα κ. τράβαγα, τράβ-ηξα, -ήξει, -ιέμαι, -ήχτηκα (λόγ.) -ήχθηκα, -ηχτεί (λόγ.) -ηχθεί, -ώντας, -ηγμένος} & τραβάω 1. κάνω κάποιον/κάτι να μετακινηθεί προς μια κατεύθυνση, συνήθ. ασκώντας ελκτική δύναμη προς το μέρος μου: ~ τις κουρτίνες. ~ηξα το χειρόφρενο (= έδεσα. ΑΝΤ. λύνω). ~ το χέρι μου από τη φωτιά (ΣΥΝ. απομακρύνω. ΑΝΤ. βάζω). ~ τη βάρκα στην ξηρά (βλ. ρυμουλκώ). Μη μου ~άς την μπλούζα, θα ξεχειλώσει. ~ούσε τον σκύλο από το λουρί. Δύο άλογα ~ούσαν την άμαξα (πβ. σέρνω). Τους ~ούσαν από τα μπουφάν. Το ~ηξα απότομα/με δύναμη και έσπασε. Τον ~ηξε από το μανίκι να φύγουν. Η θάλασσα τον ~ηξε στο(ν) βυθό της (= τον ρούφηξε). Όσο ~ιέται το σκοινί, σφίγγει ο κόμπος (βλ. τεντώνω).|| ~ηξε όπλο/το σπαθί του (πβ. βγάζω). ~ τη σκανδάλη (= πυροβολώ).|| ~ήξαμε κλήρο/ένα λαχνό.|| ~ το καζανάκι (: σηκώνω ή πιέζω το έμβολό του).|| Δεν μπορεί να ~ήξει μια ίσια γραμμή (: να σχεδιάσει).|| ~ μια γραμμή τηλεφώνου/καλώδιο (: κάνω επέκταση της καλωδίωσης).|| (μτφ.) Δεν θέλησαν να ~ήξουν (= οδηγήσουν) τα πράγματα στα άκρα. Βλ. πολυ~.|| (μτφ.) Τον ~άει από δω κι από κει (= σέρνει, τραβολογά). 2. αντλώ ή απορροφώ: ~ηξε νερό από το πηγάδι (πβ. βγάζω).|| Το ξύλο έχει ~ήξει υγρασία. Αφήνετε το κρέας να σιγοβράσει, μέχρι να ~ήξει τα υγρά του.|| Η ηλεκτρική σκούπα/η καμινάδα δεν ~άει (: σκόνη ή καπνό, αντίστοιχα).|| ~ηξε (= ήπιε) μια γουλιά καφέ/κρασί. ~ηξε μια ρουφηξιά (καπνού)/μια τζούρα από το τσιγάρο του (βλ. καπνίζω).|| Το ούζο ~ιέται με τα μεζεδάκια (: πίνεται ευχάριστα). 3. (μτφ.) υπομένω, υποφέρω· ταλαιπωρούμαι: Αχ, τι ~! ~ούσε τα πάνδεινα. ~ηξε πολλά. Τι ~ηξα για να τον πείσω! Το τι ~ήξαμε μέχρι να ... ~ηξα μεγάλη στενοχώρια/ταλαιπωρία.|| ~άει όλο το λούκι μόνος του.|| ~ιέται τόση ώρα άδικα. Ακόμα ~ιέται με τους γιατρούς/την εφορία. ~ιούνται στα δικαστήρια. Πβ. βασανίζ-, παιδεύ-ομαι.|| Με ~άει το δέρμα/στομάχι μου (= έχω έντονο αίσθημα τάσης). 4. (μτφ.) προσελκύω, συγκεντρώνω: Έχει τον τρόπο να ~ά τα βλέμματα/το ενδιαφέρον. Η είδηση μου ~ηξε την προσοχή. Το περιστατικό ~ηξε για λίγο τους προβολείς/τα φώτα της δημοσιότητας. Αυτό το άθλημα δεν με ~ηξε ποτέ. Κατέβασαν τις τιμές, για να ~ήξουν κόσμο. Αυτό που με ~άει (= γοητεύει, ελκύει) σε έναν άντρα/σε μια γυναίκα ... Κάτι πάνω του με ~ούσε σαν μαγνήτης. ΑΝΤ. απωθώ. 5. κινηματογραφώ, μαγνητοσκοπώ· φωτογραφίζω: ~ ένα βίντεο/ένα μικρό φιλμάκι (πβ. φιλμάρω)/μερικά πλάνα/μια ταινία (= γυρίζω).|| ~ μια φωτογραφία (= βγάζω). 6. (μτφ.-προφ.) δίνω, ρίχνω: Του ~ηξε ένα βρίσιμο (= τον έβρισε)/μια κλοτσιά (= τον κλότσησε)/μια μούντζα (= τον μούντζωσε)/μια μπουνιά/ένα χαστούκι (= τον χαστούκισε)/ένα χέρι ξύλο (= τον έδειρε). Θα σου ~ήξω μια μήνυση που θα είναι όλη δική σου (πβ. υποβάλλω). 7. (προφ.) κατευθύνομαι, προχωρώ, πάω: ~ηξε βόρεια/για την πόλη/για το σπίτι του/κατά το ποτάμι/προς τον σταθμό. Για πού/προς τα πού ~άς; ~ηξε για να βρει την τύχη της στη Γερμανία. ~ούσαν για το μέτωπο. Ο ένας ~άει για την ανατολή και ο άλλος για τη δύση (: για πλήρη ασυνεννοησία). ● τραβάει (προφ.) 1. διαρκεί, κρατά, παρατείνεται: Το παιχνίδι ~ πολλή ώρα. Η συζήτηση θα ~ήξει για πολύ ακόμα. Η ίδια κατάσταση ~ηξε για πολλά χρόνια.|| (κυρ. στο α' πρόσ.) Το ~ήξαμε χθες ως τις τρεις (= το ξενυχτήσαμε). Πβ. παρα~. 2. (συνήθ. με άρνηση) αποδίδει: Το αυτοκίνητο δεν ~ (= δεν προχωρά) στην ανηφόρα. Το μηχανάκι ~ πολύ καλά.|| Η ομάδα δεν ~. Η ταινία δεν ~ούσε καθόλου (: ήταν κουραστική, βαρετή). Η κατάσταση/η σχέση μας δεν ~ άλλο. 3. έχει ζήτηση ή πέραση: Το προϊόν δεν ~ στην αγορά. Το άλμπουμ ~ (= πουλάει) πολύ περισσότερο απ' ό,τι περιμέναμε.|| Ο υποψήφιος δήμαρχος δεν ~ (= δεν έχει δημοτικότητα). 4. καταναλώνει: Η συσκευή ~ πολύ ρεύμα. ● Παθ.: τραβιέμαι 1. αποτραβιέμαι: ~ήχτηκε από την κοινωνική ζωή. Πβ. απο-μονώνομαι, -σύρομαι. 2. κάνω πίσω, παραμερίζω: ~ήχτηκε προς τον τοίχο τρομαγμένος. ~ήξου στην άκρη.|| Στην άμπωτη τα νερά της θάλασσας ~ιούνται προς τα μέσα. Πβ. υποχωρώ. 3. (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.) έχω ερωτική σχέση: ~ιέται με διάφορες. ~ιέται με τον ένα και τον άλλο. Πβ. τραβολογιέμαι. ● ΦΡ.: τι τραβάμε και δεν το μαρτυράμε! (προφ.): όταν κάποιος δεινοπαθεί και αγανακτεί: ~ ~ με όλους αυτούς τους άσχετους!, το τραβάει (μτφ.-προφ.) 1. το παρακάνει, το παρατραβά: Το ~ηξε περισσότερο απ' ό,τι έπρεπε. 2. για να δηλωθεί ότι κάτι ταιριάζει με την περίσταση: ~ ~ ο καιρός το τζάκι (: κάνει αρκετό κρύο, ώστε να χρειάζεται να το ανάψουμε). Σήμερα θα φάμε σούπα, ~ ~ η μέρα., τράβα στην άκρη/στη(ν) μπάντα/παραπέρα (προφ.): παραμέρισε, πήγαινε στην άκρη: ~ ~ να περάσω! ~ήξου στην άκρη γιατί δεν βλέπω τίποτα. Βλ. κάνω στην άκρη/στη(ν) μπάντα., τράβα! (λαϊκό): πήγαινε, άντε: ~ πίσω στη θέση σου/στο σπίτι σου. Aν δεν σ' αρέσει εδώ, ~ να βρεις καλύτερο μέρος. ~ στη δουλειά σου (: ασχολήσου με τα δικά σου, μην ανακατεύεσαι). Βρε άι ~ από δω (= φύγε, χάσου)/πιο κει (= παραμέρισε)!, τραβάει η όρεξή μου (κάτι) (προφ.): επιθυμώ: Τι ~ ~ σου (= τι σου αρέσει) να φας;|| Στο κατάστημα θα βρείτε ό,τι ~ ~ σας., τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) (προφ.): ποθώ, λαχταρώ: Κάνε ό,τι ~ ~ σου. Κερνάω καφέ, μπουγάτσα ή ό,τι άλλο ~ ~ σας., τραβάω κόλλημα (αργκό): έχω έμμονη ιδέα ή ασχολούμαι συνεχώς με κάτι: ~ει ~ με την μουσική/με τον τυπά. Πβ. τρώω/έχω φάει τρελό/μεγάλο/χοντρό/τεράστιο κόλλημα., τραβάω μπροστά (προφ.) 1. (μτφ.) πάω μπροστά, προοδεύω: Όποιος αξίζει, ~ει ~ (= προκόβει). 2. προπορεύομαι: Τράβα εσύ μπροστά και εγώ ακολουθώ από πίσω. Πβ. προηγούμαι., τραβάω τα μαλλιά μου & τραβάω τις κοτσίδες μου (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί έντονη αντίδραση σε κάτι, κατάπληξη, δυσαρέσκεια: ~ ~ με αυτά που βλέπω., τραβώ χαρτί (προφ.): παίρνω χαρτί από την τράπουλα., βγάζει/τραβάει την ουρά/ουρίτσα του (έξω/απέξω) βλ. ουρά, βγάζω/τραβάω μαχαίρι βλ. μαχαίρι, και ξανά προς τη δόξα τραβά βλ. δόξα, και τράβα κορδέλα/κορδόνι βλ. κορδέλα, περνώ/τραβώ του λιναριού τα πάθη/των παθών μου τον τάραχο/τα πάθη του Χριστού βλ. πάθος, πίνει/ρουφάει/τραβάει σαν σφουγγάρι βλ. σφουγγάρι, σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη βλ. μύτη, τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του βλ. οργανισμός, τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες! βλ. χορευτής, χορεύτρια, τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου βλ. χαλί, τραβά(ει)/πάει σε μάκρος/μακριά βλ. μάκρος, τραβάει το αίμα μου (κάτι) βλ. αίμα, τραβάτε/βαράτε με κι ας κλαίω βλ. κλαίω, τραβάω τ' αυτί κάποιου βλ. αυτί, τραβάω χρήματα βλ. χρήμα, τραβάω/τεντώνω το σχοινί/σκοινί βλ. σχοινί, τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια βλ. ζόρι, τραβώ κουπί βλ. κουπί, τραβώ πιστόλι βλ. πιστόλι, τραβώ το(ν) διά(β)ολό μου βλ. διάβολος, τραβώ το(ν) δρόμο μου βλ. δρόμος, τραβώ τον αδόξαστο βλ. αδόξαστος ● βλ. τραβηγμένος [< μεσν. τραβώ < τραβίζω < ταυρίζω < αρχ. ταυρῶ < ταῦρος]