Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κότσυφας κό-τσυ-φας ουσ. (αρσ.) & κοτσύφι (το): ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Turdus merula) με κίτρινο ράμφος και λαμπερό μαύρο (για το αρσενικό) ή καφετί (για το θηλυκό) φτέρωμα. Βλ. νερο~, πετρο~, στρουθιόμορφα. [< μεσν. κότσυφος, κόσσυφας < αρχ. κόσσυφος]