Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • κύρος [κῦρος] κύ-ρος ουσ. (ουδ.) {κύρ-ους} 1. εκτίμηση και σεβασμός που αποδίδεται σε κάποιον λόγω της αναγνωρισμένης θέσης ή αξίας του: επαγγελματικό/επιστημονικό/κοινωνικό/πολιτικό/υψηλό ~. Το ~ της Δικαιοσύνης/του Κοινοβουλίου/της Κυβέρνησης/της οικογένειας/της χώρας. Ανάκτηση/αποκατάσταση του ~ους. Επαγγέλματα/προσωπικότητα ~ους. Οργανισμός με αδιαμφισβήτητο/αυξημένο/διεθνές/παγκόσμιο ~. Διαφυλάσσεται/ενισχύεται/θίγεται/ισχυροποιείται/καταρρακώνεται/πλήττεται/προσβάλλεται/υποβαθμίζεται/υπονομεύεται το ~ (και η αξιοπιστία) ενός θεσμού. Περιβάλλεται με ~. Μεγάλο το πλήγμα για το ~ του ... Πβ. γόητρο, ίματζ, πρεστίζ, υπόληψη. Βλ. εμβέλεια. 2. ΝΟΜ. εγκυρότητα, ισχύς: το ~ της απόφασης (δικαστηρίου)/του διαγωνισμού (του Δημοσίου)/της καταγγελίας. Ένσταση κατά του ~ους του (αθλητικού) αγώνα/της διαδικασίας/των εκλογών. Βλ. βαρύτητα, ισόκυρος. ΑΝΤ. ακυρότητα ● ΦΡ.: εγνωσμένης αξίας/εγνωσμένου κύρους βλ. εγνωσμένος [< αρχ. κῦρος, γαλλ. autorité]
  • κυρός κυ-ρός ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία ιεράρχη που έχει πεθάνει: Εκοιμήθη ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος/Μητροπολίτης ~ ... [< μεσν. κυρός]

βαρύτητα

βαρύτηταβα-ρύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. η ελκτική δύναμη που αναπτύσσεται μεταξύ των σωμάτων: η γήινη ~. Επιτάχυνση/κέντρο (= βαρύκεντρο) της ~ας. Ο νόμος της ~ας. Βλ. αντι~, μικρο~.|| Θαλάσσια κύματα ~ας (= τσουνάμι). 2. (μτφ.) σημασία, σπουδαιότητα: η ~ των εξελίξεων/μιας κατάστασης (= κρισιμότητα, σοβαρότητα). Λόγια με ~ (= βάρος, κύρος). Τα επιχειρήματά του δεν έχουν καμία ~ (= αξία). Δίνεται ~ στην ποιότητα των δραστηριοτήτων. Πβ. βαρύνουσα σημασία.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Μαθήματα αυξημένης/με συντελεστή ~ας. Βλ. -ύτητα. ● ΣΥΜΠΛ.: έλλειψη βαρύτητας: ΦΥΣ. εκμηδένιση της βαρύτητας και των επιδράσεών της (στο Διάστημα): εκπαίδευση σε συνθήκες ~ης ~. (σε διαστημόπλοιο) Οι αστροναύτες αιωρούνται λόγω ~ης ~. ● ΦΡ.: δίνω βαρύτητα (σε κάτι) (μτφ.): δίνω σημασία, προσοχή: ~ ~ στη γνώμη/στην κριτική του. Δώσε ιδιαίτερη ~ στα εξής σημεία: ... Ειδική ~ δόθηκε στο θέμα του ... [< αρχ. βαρύτης, γαλλ. gravité, αγγλ. gravity]

εγνωσμένος

εγνωσμένος, η, ο [ἐγνωσμένος] ε-γνω-σμέ-νος επίθ. (επίσ.): που είναι αναγνωρισμένος από όλους, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: ~η: ευαισθησία/ικανότητα/προσφορά. ~ο: ήθος. Πβ. αδιαφιλονίκητος, γνωστός, διαπιστωμένος. ● ΦΡ.: εγνωσμένης αξίας/εγνωσμένου κύρους & αναγνωρισμένης αξίας/αναγνωρισμένου κύρους: με γόητρο, υπόληψη: αθλητής/επιχειρήσεις/σχολή ~ ~. Επιστήμονες εγνωσμένου κύρους. Πβ. κλάση. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. γιγνώσκω]

εμβέλεια

εμβέλεια[ἐμβέλεια] εμ-βέ-λει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΠ. η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να εκπέμψει ένας πομπός (ραδιο)σημάτων: ~ δικτύου/κεραίας/ραντάρ. Ραδιοφωνικοί/τηλεοπτικοί σταθμοί εθνικής/πανελλαδικής/τοπικής ~ας. Συσκευές μεγάλης/μικρής ~ας (ανίχνευσης/επικοινωνίας/κάλυψης/λειτουργίας). 2. (μτφ.) απήχηση: προσωπικότητες διεθνούς ~ας (= ακτινοβολίας, διαμετρήματος, κύρους).|| Γεγονός μεγάλης/παγκόσμιας ~ας (= σπουδαιότητας). Επιχείρηση με ~ (: δραστηριοποίηση, γραφεία ή καταστήματα) σε όλον τον κόσμο/όλη τη χώρα. 3. βεληνεκές: (ΣΤΡΑΤ.) ~ βλήματος/οπλικών συστημάτων/πυραύλων/πυροβόλων.|| (μτφ.) Βρίσκεται έξω από την ~ της κάμερας. [< πβ. μτγν. ἐμβελής ‘που βρίσκεται μέσα στο βεληνεκές βέλους’, γαλλ. portée]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.