κύρωση κύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. απόδοση νομικής ισχύος σε κάτι: ~ αποφάσεων/κανονισμού/του κρατικού προϋπολογισμού/πρωτοκόλλου. Υπογραφή και ~ της συνθήκης. Κατατέθηκε σήμερα στη Βουλή για/προς ~ η συμφωνία. Νόμος ... περί ~ώσεως της σύμβασης. Βλ. κατα~, κατάργηση, προσ~. ΣΥΝ. επικύρωση (1) ΑΝΤ. ακύρωση (1) 2. ΝΟΜ. {συνήθ. στον πληθ.} ποινή, τιμωρία: αστικές/διοικητικές/διπλωματικές/εμπορικές (βλ. αποκλεισμός, εμπάργκο, μποϊκοτάζ)/έμπρακτες/επαπειλούμενες/νόμιμες/οικονομικές/πειθαρχικές/ποινικές/πολιτικές/χρηματικές ~ώσεις. Απειλή/άρση/επιβολή ~ώσεων. Πρόστιμα και αυστηρές ~ώσεις σε εταιρείες ... Οι παραβάτες θα υποστούν τις προβλεπόμενες ~ώσεις. Αποσύρονται/καταργούνται οι ~ώσεις εναντίον/σε βάρος του ... Η μη εφαρμογή των διατάξεων επισύρει/επιφέρει/συνεπάγεται ~ώσεις. Ο νόμος προβλέπει ~ώσεις. Δεν υπάρχει καμία ~ για ... Βλ. επακόλουθο. [< 1: αρχ. κύρωσις 2: γαλλ. sanction]
αποκλεισμός
αποκλεισμός[ἀποκλεισμός] α-πο-κλει-σμός ουσ. (αρσ.) 1. απαγόρευση εισόδου, εξόδου, διέλευσης, διακοπή της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο: δίωρος/συμβολικός ~ της κυκλοφορίας από τους αγρότες (πβ. μπλόκο). ~ του λιμένα/της πρεσβείας από τους διαδηλωτές. ~ της περιοχής από τους αστυνομικούς (βλ. περικύκλωση). Πβ. κλείσιμο, μπλοκάρισμα.|| ~ των ορεινών χωριών από την κακοκαιρία.|| Γεωγραφικός ~ του νησιού. Βλ. άγονη γραμμή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αναδυόμενων παραθύρων. 2. στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής, εξαίρεση: αδικαιολόγητος/αυθαίρετος ~. Οικονομικός (πβ. εμπάργκο)/πολιτικός/σχολικός/τεχνολογικός/ψηφιακός ~. ~ υποψηφίου από τις εξετάσεις (πβ. κόψιμο).|| (ΑΘΛ.) Οριστικός/προσωρινός ~ από τους αγώνες. Του επιβλήθηκε ~ ενός χρόνου για χρήση αναβολικών (: ως ποινή). ~ της ομάδας από τον τελικό (: λόγω ήττας).3. ΣΤΡΑΤ. (σε περίοδο πολέμου) παρεμπόδιση από εχθρική δύναμη της επικοινωνίας μιας περιοχής με άλλες, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα ανεφοδιασμού: αεροπορικός/ηπειρωτικός/θαλάσσιος/ναυτικός/στρατιωτικός/χερσαίος ~. ~ των λιμανιών/της πόλης. ~ από τον στόλο/στρατό. ~ από αέρος/θαλάσσης/ξηράς. Τα πλοία (δι)έσπασαν τον ~ό. Πβ. πολιορκία.4. απόρριψη πιθανότητας: ~ του ενδεχόμενου να παραιτηθεί. ~ κάθε σκέψης για ανακωχή.|| ~ ευθύνης για ζημίες.5. ΙΑΤΡ. διαταραχή των διεγέρσεων που προκαλούν τις συστολές της καρδιάς· απόφραξη, αναισθησία μιας περιοχής: καρδιακός/κολποκοιλιακός ~.|| Παρασπονδυλικός ~. ~ νεύρων. ● ΣΥΜΠΛ.: αμοιβαίος αποκλεισμός: ΠΛΗΡΟΦ. συνθήκη που εμποδίζει την παράλληλη εκτέλεση κρίσιμων τμημάτων δύο διεργασιών: ~ ~ με χρήση λογισμικού. [< αγγλ. mutual exclusion] , ανταγωνιστικός αποκλεισμός: ΟΙΚΟΛ. αδυναμία συνύπαρξης επ’ αόριστον δύο ειδών στην ίδια οικοθέση λόγω περιορισμένων πόρων, με αποτέλεσμα τον αφανισμό ή την απομάκρυνσή τους. || (ΒΙΟΧ.). ~ ~ παθογόνων μικροοργανισμών. [< αγγλ. competitive exclusion] , εμπορικός αποκλεισμός: ΟΙΚΟΝ. διακοπή των εμπορικών συναλλαγών μιας ή περισσότερων χωρών με άλλη, κυρ. για πολιτικούς λόγους: ~ ~ (κατά) της .../μεταφορών (Διεθνούς δικτύου). Ήρθη (εντελώς) ο ~ ~. Αποφασίστηκε/επιβλήθηκε ~ ~ στις εισαγωγές προϊόντων από ... Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή/ο ΟΗΕ απείλησε την ... με ~ό ~ό. Πβ. μποϊκοτάζ. ΣΥΝ. εμπάργκο (1), κοινωνικός αποκλεισμός & κοινωνική απομόνωση : περιθωριοποίηση ευαίσθητων κοινωνικά ομάδων: ~ ~ μεταναστών/τοξικομανών/τσιγγάνων/ψυχικά άρρωστων. Άτομα που υφίστανται ~ό ~ό. Βλ. γκετοποίηση. ΑΝΤ. ενσωμάτωση, κοινωνική ένταξη [< μτγν. ἀποκλεισμός, γαλλ.-αγγλ. exclusion 3: γαλλ. blocus 5: αγγλ. block]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.