Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • λάφι βλ. ελάφι
  • λαφιάτης & λαφίτης λα-φιά-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. είδος μη δηλητηριώδους φιδιού (επιστ. ονομασ. Elaphe quatuorlineata, Elaphe longissima).
  • λαφίνα βλ. ελαφίνα

ελάφι

ελάφι[ἐλάφι] ε-λά-φι ουσ. (ουδ.) {ελαφ-ιού} & (λόγ.) έλαφος (η) & (λαϊκό-λογοτ.) λάφι (το): ΖΩΟΛ. λεπτόσωμο, συνήθ. καστανόχρωμο, θηλαστικό μηρυκαστικό (οικογ. Cervidae) που ζει σε κοπάδια στα δάση και έχει δυο μεγάλες και δυο μικρές οπλές σε κάθε πόδι: άγριο/αρσενικό/ευρωπαϊκό/θηλυκό (= ελαφίνα)/κόκκινο (επιστ. ονομασ. Cervus elaphus) ~. Κέρατα (αρσενικού)/κρέας ~ιού. Βλ. αρτιοδάκτυλα, ζαρκάδι, πλατόνι, τάρανδος. ● Υποκ.: ελαφάκι (το) [< μεσν. ελάφι(ν) < αρχ. ἔλαφος]

Λυγερόκορμη

Λυγερόκορμη

[ἐλαφῖνα] ε-λα-φί-να ουσ. (θηλ.) (προφ.) & (λαϊκό-λογοτ.) λαφίνα 1. ΖΩΟΛ. θηλυκό ελάφι. 2. (μτφ.) ψηλή, λυγερόκορμη και όμορφη κοπέλα. Πβ. γαζέλα. [< 1: μεσν. ελαφίνα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.