Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 13 εγγραφές  [0-13]


  • λάχανο λά-χα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ΒΟΤ. ποώδες φυτό στρογγυλού σχήματος (επιστ. ονομασ. Brassica oleracea, var. capitata), με πλατιά και πυκνά φύλλα, που τρώγεται ωμό ή μαγειρεμένο: λευκό/κόκκινο (: με σκούρο μοβ χρώμα)/πράσινο ~. (ΓΕΩΠ.) Κάμπια του ~ου (= πιερίδα). Πβ. μάπα. Βλ. κράμβη, κραμπο~, λαχανίδα, λαχανικά, ραντίτσιο, σικορέ, σταυρανθή.|| (ΜΑΓΕΙΡ.-ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ τουρσί. Σαλάτα με ~ και καρότο. Βλ. ξινο~, σουκρούτ.λάχανα (τα): εδώδιμα χόρτα, λαχανικά. Βλ. αγριο~. ● Υποκ.: λαχανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: λαχανάκια Βρυξελλών βλ. Βρυξέλλες ● ΦΡ.: όμοιος (σ)τον όμοιο κι η κοπριά (σ)τα λάχανα (παροιμ.): ο καθένας επιλέγει να συναναστρέφεται άτομα που έχουν παρόμοιο χαρακτήρα και κοινά ελαττώματα με τον εαυτό του. Πβ. πες/δείξε μου τον φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι, όμοιος ομοίω αεί πελάζει. Βλ. βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι., σιγά/σπουδαία τα λάχανα! & (σπάν.) χαρά στα λάχανα! (προφ.-ειρων.): για κάτι που του έχει δοθεί μεγάλη σημασία, χωρίς να την αξίζει: Τον έκαναν πρόεδρο της τάξης, ~ ~! ΣΥΝ. σιγά τ' αβγά, σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα!, σιγά τον πολυέλαιο, τρώω (κάποιον) λάχανο (μτφ.-προφ.) 1. {συνήθ. στον αόρ.} τον σκοτώνω ή τον εκτοπίζω, τον εξουδετερώνω, συνήθ. με ύπουλο τρόπο: Παραλίγο να τον φάει ~ ένας νεαρός με τ' αυτοκίνητο.|| 'Ετσι και τολμήσεις να διαμαρτυρηθείς, σε τρώνε ~. 2. υπερέχω, υπερτερώ έναντι κάποιου: Σ' αυτόν τον τομέα σε ~ει ~., καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια βλ. παραπούλι, όποιος έχει πολύ πιπέρι, βάζει/ρίχνει και στα λάχανα βλ. πιπέρι [< μεσν. λάχανον < αρχ. ~ ‘χορταρικό’]
  • λαχανο- & λαχανό- : α' συνθετικό που αναφέρεται στο λάχανο ή τα λαχανικά: λαχανο-ντολμάς.|| Λαχανό-κηπος/~πιτα (βλ. χορτό-).
  • λαχανόκηπος λα-χα-νό-κη-πος ουσ. (αρσ.): κήπος όπου καλλιεργούνται λαχανικά: δημοτικός ~. Πβ. μποστάνι. Βλ. -κηπος. [< μεσν. λαχανόκηπος]
  • λαχανοκομία λα-χα-νο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική καλλιέργεια και παραγωγή λαχανικών. 2. ΓΕΩΠ. (κ. με κεφαλ. Λ) κλάδος με αντικείμενό του τη μελέτη των λαχανικών (ταξινόμηση, εχθροί και ασθένειες, τεχνικές καλλιέργειας, συγκομιδή, διαλογή, τυποποίηση και εμπορία)· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα σε ΑΕΙ και ΤΕΙ: βιολογική/γενική/ειδική ~. Βλ. -κομία. [< γαλλ. horticulture]
  • λαχανοκομικός , ή, ό λα-χα-νο-κο-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη λαχανοκομία: ~ή: καλλιέργεια.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. φυτά). ΣΥΝ. λαχανικά.
  • λαχανοντολμάδες λα-χα-νο-ντολ-μά-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. λαχανοντολμάς}: ΜΑΓΕΙΡ. ντολμάδες με λαχανόφυλλα. ΣΥΝ. λαχανοσαρμάδες
  • λαχανόπιτα λα-χα-νό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με λαχανικά. Πβ. χορτόπιτα. Βλ. -πιτα. [< μεσν. λαχανόπιττα]
  • λαχανοπώλης λα-χα-νο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): μανάβης. Βλ. -πώλης. [< αρχ. λαχανοπώλης]
  • λαχανόρυζο λα-χα-νό-ρυ-ζο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό κατσαρόλας με βασικά συστατικά το λάχανο και το ρύζι. Βλ. πρασό-, σπανακό-ρυζο.
  • λαχανοσαλάτα λα-χα-νο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με λάχανο και συνήθ. καρότο. Βλ. -σαλάτα.
  • λαχανοσαρμάδες λα-χα-νο-σαρ-μά-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. λαχανοσαρμάς} (διαλεκτ.): ΜΑΓΕΙΡ. λαχανοντολμάδες.
  • λαχανόφυλλα λα-χα-νό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λαχανόφυλλο}: φύλλα λάχανου: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~α γεμιστά/με κιμά (= λαχανοντολμάδες). Βλ. αμπελόφυλλα.
  • λαχανοφυλλάδα λα-χα-νο-φυλ-λά-δα ουσ. (θηλ.) (σπάν.): έντυπο, κυρ. εφημερίδα, χαμηλής ποιότητας, με ευτελές περιεχόμενο. Πβ. παλιοφυλλάδα. [< γαλλ. feuille de chou]

αμπελόφυλλα

αμπελόφυλλα[ἀμπελόφυλλα] α-μπε-λό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αμπελόφυλλο}: ΜΑΓΕΙΡ. φύλλα του αμπελιού: ντολμαδάκια με ~. Αρνάκι/χοιρινό με ~ (: τυλιγμένα με αυτά). ~ σε άλμη.|| (σε συνταγές) Γεμίζουμε/ζεματίζουμε/τυλίγουμε τα ~. Βλ. λαχανόφυλλα. ΣΥΝ. κληματόφυλλα [< μτγν. ἀμπελόφυλλον]

Βρυξέλλες

ΒρυξέλλεςΒρυ-ξέλ-λες ουσ. (θηλ.) (οι) (μετωνυμ.): τα κεντρικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Οι ~ αποφάσισαν ... ● ΣΥΜΠΛ.: λαχανάκια Βρυξελλών: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. εδώδιμα μικροσκοπικά λάχανα (επιστ. ονομασ. Brassica oleracea gemmifera) που χρησιμοποιούνται συνήθ. για γαρνίρισμα: κατεψυγμένα/σοταρισμένα ~ ~. [< γαλλ. choux de Bruxelles]

-κηπος

-κηπος: το ουσιαστικό κήπος ως β' συνθετικό: αγρό~/ανθό~/βραχό~/βυσσινό~/λαχανό~.

-κομία

-κομία: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται στην ειδική φροντίδα, την καλλιέργεια, την παραγωγή ή την εκτροφή: βρεφο~.|| Οροφο~/τραπεζο~.|| Ανθο~/δασο~/ελαιο~/φυτο~.|| Τυρο~.|| Ζωο~/ιχθυο~ (πβ. -καλλιέργεια, -τροφία)/μελισσο~.

κράμβη

κράμβηκράμ-βη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος ποωδών φυτών (Brassica) που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το λάχανο, το κουνουπίδι και το γουλί. Βλ. ελαιο~, κραμπολάχανο, λαχανίδα, μπρόκολο. [< αρχ. κράμβη ‘λάχανο’]

παραπούλι

παραπούλιπα-ρα-πού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): λαχανικό. Κυρ. στη ● ΦΡ.: καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια (παροιμ.): για κάθε πράγμα υπάρχει η κατάλληλη στιγμή. ΣΥΝ. κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο), κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του

πιπέρι

πιπέριπι-πέ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μπαχαρικό με καυτερή γεύση που λαμβάνεται από τους καρπούς του μαύρου πέπερι· κατ' επέκτ. ονομασία μπαχαρικών που παράγονται από κόκκινες, μικρές, καυτερές ή γλυκές πιπεριές: άσπρο ή λευκό (: από την αφαίρεση του περικαρπίου)/ινδικό/μαύρο (: από αποξηραμένους ώριμους καρπούς· μαυροπίπερο)/πράσινο (: από άγουρους καρπούς) ~. Φρεσκοτριμμένο/χοντροαλεσμένο/χοντρό/ψιλό ~. ~ σε κόκκους/σκόνη. Αλάτι και ~ (= αλατοπίπερο). Μύλος ~ιού. Βάζω/ρίχνω ~ στο φαγητό. Πασπαλίζω με ~.|| Κόκκινο (= καγιέν, μπούκοβο, πάπρικα)/ροζ ~. Βλ. τσίλι. ● Υποκ.: πιπεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σπρέι πιπεριού βλ. σπρέι ● ΦΡ.: όποιος έχει πολύ πιπέρι, βάζει/ρίχνει και στα λάχανα (παροιμ.): όποιος έχει κάτι σε αφθονία (κυρ. χρήματα), το ξοδεύει άσκοπα., πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα!: ως επίπληξη συνήθ. σε παιδί που είπε βρισιά ή μίλησε απρεπώς: (Θα σου βάλω) ~ ~ άμα ξαναβρίσεις/το ξαναπείς! [< μεσν. πιπέρι(ο)ν < μτγν. πίπερι < αρχ. πέπερι]

-πιτα

-πιτα: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε πίτα, αλμυρή ή γλυκιά: αλευρο~/ζυμαρό~/κασερό~/κασό~/κιμαδό~/κοτό~/κουρκουτό~/κρεατό~/κρεμμυδό~/λαχανό~/λουκανικό~/μανιταρό~/μαραθό~/παστουρμαδό~/πατατό~/πρασό~/σαρικό~/σπανακό~/(ζαμπονο/σπανακο)τυρό~/στριφτό~/τραχανό~/χορτό~.|| Γαλατό~/γιαουρτό~/καρυδό~/λεμονό~/μελό~/μηλό~/μουστό~/πορτοκαλό~/σοκολατό~/ταχινό~/χαλβαδό~.|| Κολοκυθό~/μυζηθρό~.|| Βασιλό~/φανουρό~.|| Ζαχαρό~.

-πώλης

-πώλης{-πωλών | σπάν. θηλ. -πώλισσα} (λόγ.): επίθημα ουσιαστικών που δηλώνει τον πωλητή, έμπορο συγκεκριμένου είδους: βενζινο~/λαχειο~/χαρτο~. Aνθο-πώλισσα.

-σαλάτα

-σαλάτα: επίθημα για τον σχηματισμό ουσιαστικών με αναφορά στη σαλάτα: αβγο~/αγγουρο~/αχινο~/γαριδο~/ζαμπονο~/καβουρο~/καππαρο~/καροτο~/κοτο~/λαχανο~/μακαρονο~/μαρουλο~/μελιτζανο~/ντοματο~/παντζαρο~/πατατο~/ρεβιθο~/σπανακο~/ταραμο~/τονο~/τυρο~/φακο~/χαβιαρο~/χορτο~.|| Φρουτο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.