Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λέκτορας λέ-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {γεν. θηλ. λέκτορος | λεκτόρων} & (λόγ.) λέκτωρ (ο) & (σπάν.-προφ.) λεκτόρισσα (η) (παλαιότ., 1982-2011): μη μόνιμο μέλος του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ιεραρχικά πριν από τον επίκουρο. [< γερμ. Lektor]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.