Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • λέξη λέ-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. ΓΛΩΣΣ. μονάδα του λόγου, γλωσσικό σημείο που έχει μορφή και περιεχόμενο (σημασία): λεξικές (ή πλήρεις) και γραμματικές (ή λειτουργικές ή κενές) ~εις. Απλές και μη απλές (: σύνθετες ή παράγωγες) ~εις (βλ. επίθ-, μόρφ-ημα, θέμα). Φωνολογικές ~εις. Οι τύποι μιας ~ης.|| (ΓΡΑΜΜ.) Άκλιτες ή κλιτές ~εις.|| (ΛΕΞΙΚΟΓΡ.) Απαρχαιωμένες/αρχαίες ελληνικές/νέες (= νεολογισμοί)/σπάνιες ~εις. Η ετυμολογία/ο ορισμός μιας ~ης. Καταχώριση ~εων σε λεξικό. Βλ. λεξιλόγιο.|| Δυσνόητη/κακόηχη/συνθηματική (βλ. πάσγουορντ) ~. Άγνωστες/βασικές/καθημερινές/ξένες/χυδαίες ~εις. Η μελωδία των ~ων. Τα γράμματα/η έννοια/η μετάφραση μιας ~ης. Πώς γράφεται/τι σημαίνει η ~ ...; Από πού βγαίνει/προέρχεται η ~ ...; ~ που αρχίζει από/με φωνήεν. Δεν μου 'ρχεται η κατάλληλη ~. Αναζήτηση με ~εις-κλειδιά (: σε βάσεις δεδομένων). || ~εις-συνθήματα (: αλλαγή, επανίδρυση, κάθαρση). 2. κάτι που λέγεται ή γράφεται, σύντομη κουβέντα: Δεν ακούω ~ (για αυτό το ζήτημα)! Δεν μπόρεσε να αρθρώσει/βγάλει ~ (: να μιλήσει). ~ δεν έγραψε στο διαγώνισμα (: έδωσε λευκή κόλλα). Δεν έχουν ανταλλάξει ~ από το πρωί. Θέλω να σου πω δυο ~εις (= λόγια). Ξεστόμισε/χρησιμοποίησε βαριές ~εις (πβ. εκφράσεις). 3. ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός των δυαδικών ψηφίων που μπορούν να αποθηκευτούν σε έναν καταχωρητή της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας υπολογιστή και ο οποίος αποτελεί πολλαπλάσιο του οκτώ. ● Υποκ.: λεξίδιο (το) {συνήθ. στον πληθ.}: Βλ. -ίδιο., λεξούλα (η): Το μωρό είπε τις πρώτες του ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: λέξη-ταμπού βλ. ταμπού, μήκος λέξης βλ. μήκος, πρωτότυπη λέξη βλ. πρωτότυπος ● ΦΡ.: δεν λέω/δεν βγάζω λέξη (προφ.) 1. δεν λέω τίποτα, δεν μιλώ καθόλου: Δεν έβγαλε ~ από το στόμα του.|| (συχνά απειλητ.) Μην πεις ~ σε κανέναν! Μείνε εδώ ήσυχος και μη βγάλεις ~. Πβ. δεν βγάζω άχνα, σωπαίνω. 2. μόνο στο "δεν βγάζω λέξη": δεν καταλαβαίνω τίποτα: ~ ~ από το κείμενο., δεν μου βγαίνει λέξη (προφ.): δεν μπορώ να εκφραστώ προφορικά ή γραπτά, δεν έχω έμπνευση., δεν παίρνω λέξη πίσω (προφ.): δεν αναιρώ ή δεν μετανιώνω για προηγούμενη δήλωσή μου. ΑΝΤ. το παίρνω πίσω., επί λέξει (λόγ.) & κατά λέξη/(λόγ.) λέξιν: με τα ίδια ακριβώς λόγια: Στην παραίτησή του αναφέρει ~ ~ τα εξής ... Δήλωσε/μου είπε ~ ~ τα ακόλουθα ...|| (ως επίθ.) ~ ~ μετάφραση (= κατά γράμμα, πβ. πιστή, βλ. ελεύθερη). ΣΥΝ. αυτολεξεί, λέξη προς λέξη (1), έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα: παίρνω την οριστική απόφαση, καθορίζω το τέλος, το αποτέλεσμα: Δεν έχω πει ακόμη ~ μου ~. Ο λαός θα πει ~ ~ στις εκλογές. Θέλει να έχει ~ ~ σε όλα. [< γαλλ. avoir le dernier mot ] , λέξη προς λέξη 1. επί λέξει. 2. με κάθε λεπτομέρεια: Τα αφηγήθηκα/είπα όλα ~ ~. [< γαλλ. mot à mot] , με μια λέξη & με δυο λέξεις: με λίγα λόγια, πολύ σύντομα, συνοπτικά: Ανακεφαλαιώνω/περιγράφω/συνοψίζω/χαρακτηρίζω κάτι ~ ~. ~ ~, μου είπε ότι εγώ φταίω. [< γαλλ. en un mot] , ούτε λέξη 1. (+ για) κανένας λόγος, καμία αναφορά: (Δεν είπε) ~ ~ για άδεια. 2. απολύτως τίποτα: Δεν πιστεύω ~ ~ απ' όσα είπες.|| Δεν γνωρίζει ~ ~ (= καθόλου) Γαλλικά., παίζω με τις λέξεις & (σπάν.) παίζω με τα λόγια: κάνω περίεργους συνδυασμούς λέξεων, εκμεταλλεύομαι την πολυσημία τους, για να δημιουργήσω ασάφεια, να οδηγήσω κάποιον σε παρερμηνεία: Στα ποιήματά του ~ει ~.|| Μην ~εις ~! [< γαλλ. jouer sur les mots] , πίσω από τις λέξεις & κάτω από τις λέξεις (μτφ.): αναφορά στο βαθύτερο νόημα φράσης, ενέργειας: Τι κρύβεται ~ ~; Η ουσία ~ ~. Μάθε να διαβάζεις ~ ~ (= ανάμεσα στις/πίσω από τις γραμμές)., δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα βλ. κουβέντα, η τελευταία λέξη βλ. τελευταίος, με όλη τη σημασία της λέξης βλ. σημασία, μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις βλ. εικόνα, παιχνίδι με τις λέξεις βλ. παιχνίδι [< μεσν. λέξη < αρχ. λέξις, γαλλ. mot 3: αγγλ. word, 1946]
  • λέξημα λέ-ξη-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. ελεύθερο (λέξη) ή δεσμευμένο (ρίζα) λεξικό μόρφημα: Το ~ "πηγαίνω" εμφανίζεται και με τους τύπους "πηγαίνεις, πήγα, πάει". [< αγγλ. lexeme, 1938, γαλλ. lexème, πριν από το 1950]

εικόνα

εικόνα[εἰκόνα] ει-κό-να ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) εικών 1. ζωγραφική αναπαράσταση, φωτογραφία· ό,τι προβάλλεται σε οθόνη ή αντανακλάται σε επιφάνεια: σκίτσα και ~ες. Βιβλίο με ~ες (= εικονογραφημένο). Ιστορία σε ~ες. Πβ. εικονογράφημα, ζωγραφιά.|| Τρισδιάστατη ~ (βλ. ολόγραμμα). Κινηματογραφική/τηλεοπτική ~. Κινούμενες ~ες (βλ. καρτούν). Μετάδοση/λήψη ~ας. ~ες από δορυφόρο. Δεν έχει καθαρή/καλή ~ η τηλεόραση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ψηφιακή ~. Ανάλυση/εισαγωγή/επεξεργασία/σάρωση ~ας. (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) Η ~ του ραντάρ. Βλ. πίξελ.|| Βλέπει την ~ του στον καθρέφτη (= είδωλο). 2. ΕΚΚΛΗΣ. εικόνισμα: βυζαντινή/θαυματουργή ~. Λιτάνευση/περιφορά/προσκύνημα της ~ας του Αγίου .../της Παναγίας. Άγιες/ιερές ~ες. Ασπάζεται/προσκυνά την ~ του Χριστού. Προσεύχεται μπροστά στην ~. Βλ. αγιογραφία. 3. (μτφ.) άποψη, εντύπωση που διαμορφώνεται από ορισμένα στοιχεία, δεδομένα ή προκαλείται από περιγραφή: αντιπροσωπευτική/εφιαλτική/ολοκληρωμένη/συγκεχυμένη ~. Δημόσια ~ (πβ. ίματζ). Η ~ της καθημερινότητας/της οικονομίας. Η ~ της κυβέρνησης (πβ. πορτρέτο, προφίλ, φυσιογνωμία). Αποκτώ/σχηματίζω γενική (βλ. πανόραμα)/ολοκληρωμένη ~ επί του θέματος (πβ. γνώμη). Πήραμε μια πρώτη ~ (= ιδέα). Δεν έχω συνολική ~ της κατάστασης. Δίνει αρνητική ~ προς τα έξω/στους άλλους. (ΙΑΤΡ.) Η κλινική ~ του ασθενή.|| Πιστή ~ της πραγματικότητας. Στο έργο παρουσιάζεται μια σαφής ~ της εποχής. Πβ. όψη. Βλ. αυτο~. 4. (μτφ.) νοητική αναπαράσταση: αμυδρή/ονειρική (βλ. όνειρο, οπτασία, όραμα) ~. Κρατάω ζωηρή/ζωντανή την ~ του μέσα μου. ~ες του παρελθόντος περνούσαν διαδοχικά από το μυαλό του (πβ. αναμνήσεις).|| (ΦΙΛΟΛ.) Μυθιστόρημα πλούσιο σε ~ες. ● Υποκ.: εικονίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική εικόνα 1. ΓΛΩΣΣ. & (σπάν.) ακουστικό ίνδαλμα: η γνώση που έχει ο ομιλητής για την προφορά μιας λέξης. ΣΥΝ. σημαίνον 2. (στη λογοτεχνία) φράση με την οποία επιδιώκεται να δραστηριοποιηθεί η ακοή του αναγνώστη. [< γαλλ. image auditive] , οπτική εικόνα 1. ΓΛΩΣΣ. & (σπάν.) οπτικό ίνδαλμα: η γνώση που έχει κάποιος για τον τρόπο γραφής μιας λέξης. 2. ΛΟΓΟΤ. περιγραφή με την οποία επιζητείται να ενεργοποιηθεί η όραση του αναγνώστη. [< γαλλ. image visuelle] , η αναστήλωση των (ιερών) εικόνων βλ. αναστήλωση, μαγική εικόνα βλ. μαγικός, πάγωμα της εικόνας βλ. πάγωμα ● ΦΡ.: κατ' εικόνα και (καθ') ομοίωσιν (ΠΔ) για να δηλωθεί 1. ΘΕΟΛ. ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από τον Θεό, σύμφωνα με την εικόνα Του, διαθέτοντας νοημοσύνη και ελευθερία βούλησης και με σκοπό να μοιάσει σε Αυτόν, ώστε να φτάσει στη θέωση. 2. (μτφ.-λόγ.) ομοιότητα στα χαρακτηριστικά: σπίτι κατασκευασμένο ~ ~ των παραδοσιακών οικιών., μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις (πιθ. κινέζικη παροιμ.): για να εκφραστεί η παραστατικότητα, η δύναμη της εικόνας., δίνω την εντύπωση/την εικόνα βλ. δίνω [< αρχ. εἰκών, γαλλ.-αγγλ. image, αγγλ. picture 2: μεσν. εικόνα, γαλλ. icône, αγγλ. icon]

-ίδιο

-ίδιο{-ιδίου | -ιδίων} (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών: αγαλματ~/εικον~/κρατ~/κυστ~/ογκ~/σακ~/σταγον~/φιαλ~.|| (με μείωση ή απώλεια της υποκοριστικής σημ.:) Bακτηρ~/γον~.

κουβέντα

κουβέντακου-βέ-ντα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. συζήτηση, συνομιλία: καθημερινή/πολιτική/πολύωρη/σύντομη ~. Άρχισε/σταμάτησε η ~. (Έχω) ~ με έναν φίλο. Συνέχισαν την ~ τους. Mε την ~ ξεχάστηκα/η ώρα πέρασε. Δεν είχε όρεξη/ώρα για ~. Από την ~ κατάλαβα ... Από ~ σε ~ έμαθα ότι ... Ήρθε η ~ στο θέμα της ... Την ~ σου είχαμε (= για σένα μιλούσαμε, σε μελετούσαμε). Οι ~ες των μεγάλων/των παιδιών/της παρέας. Πβ. διάλογος. Βλ. ψιλο~. 2. λόγος, λόγια: Δεν έβγαλε/δεν είπε ~. Και πρόσεχε, γι' αυτό που σου είπα (μην πεις) ~ σε κανένα! Πβ. λέξη, μιλιά.|| Υποσχέθηκε να πει μια καλή ~ (= να μεσολαβήσει). Δεν μπορείς να πετάς μια ~ (: να μιλάς υπαινικτικά) και να φεύγεις. Καθαρές (= ειλικρινείς)/μεγάλες/μετρημένες/μισές (= μισόλογα)/παχιές (= πομπώδεις)/περιττές/σταράτες/τυπικές/φιλικές ~ες. ~ες του αέρα (= ανούσιες). Mε τις ~ες δεν γίνεται τίποτα. Βάζεις στο στόμα μου ~ες που δεν είπα. Αντάλλαξαν βαριές/σκληρές ~ες. Τον ήξερα μόνο από ~ες άλλων. Χρειάζεται δράση χωρίς πολλές ~ες. Πείτε μας δυο ~ες για τον ήρωά σας. Βλ. βρομοκουβέντες.|| (κατ' επέκτ.) Δεν είχαν πολλές ~ες μαζί της (: σχέσεις, επαφές). ● Υποκ.: κουβεντούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: συζήτηση/κουβέντα καφενείου βλ. καφενείο, ψιλή κουβέντα/κουβεντούλα βλ. ψιλός ● ΦΡ.: δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα & δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω συζήτηση: δεν υποχωρώ, δεν ανέχομαι κριτική ή αντιρρήσεις: Προσπάθησα να της μιλήσω, αλλά δεν ακούει ~ (= είναι ανένδοτη· βλ. δεν μιλιέται). Δεν δέχεται ~ από κανέναν. Δεν παίρνει ~ για το θέμα. Δεν σηκώνει πολλές κουβέντες., δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα (προφ.): για πρόσωπο λιγομίλητο, που προσέχει τι λέει και δεν ανοίγεται εύκολα σε άλλους: Αν πεισμώσει, ~ ~., θα (σου) πω καμιά κουβέντα (απειλητ.): θα μιλήσω άσχημα, θα τα ακούσεις: Άντε φύγε, γιατί ~ ~. Προχώρα, μην πω ~ ~ τώρα., κάνω κουβέντα (προφ.): συζητώ κάτι: Απέφυγε να ~ει ~ για τα σχέδιά της. Μην (το) κάνεις ~ (= μην το αναφέρεις, να μείνει μεταξύ μας)., κουβέντα στην κουβέντα/λόγο στον λόγο (προφ.): στην πορεία της συζήτησης: ~ ~, στο τέλος τσακωθήκαμε., μια κουβέντα είπα (προφ.): για να μετριαστεί η βαρύτητα των λεγομένων: ~ ~, πώς κάνεις έτσι (: μη θυμώνεις)!, πιάνω/ανοίγω κουβέντα με/σε κάποιον: αρχίζω συνομιλία: Έπιασε/άνοιξε ~ με τους μαθητές/μαζί τους. Μου έπιασε/άνοιξε ~ για βιβλία. Της είχε πιάσει την ~ μέσα στο λεωφορείο., χωρίς (άλλη/καμιά) κουβέντα 1. χωρίς να ειπωθεί κάτι (επιπλέον): Συνέχισε τον δρόμο της, ~ ~. 2. αναντίρρητα: Δέχθηκαν ~ ~ την αλλαγή., χωρίς δεύτερη κουβέντα/συζήτηση & χωρίς πολλές κουβέντες: δίχως καθυστέρηση ή διαφωνία: Απέρριψε την πρόταση ~ ~. Υπέγραψαν ~ ~ το συμφωνητικό., αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση βλ. αλλάζω, ένας λόγος/μια κουβέντα είναι βλ. ένας, μία/μια, ένα, έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα βλ. λέξη, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, κουβέντα/λόγος να γίνεται βλ. γίνομαι, ούτε λόγος/κουβέντα/συζήτηση βλ. λόγος, πάνω στη συζήτηση/στην κουβέντα βλ. συζήτηση, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση βλ. φέρνω [< μεσν. κουβέντα < κομβέντον, κομβέντος < λατ. conventus ‘συνάντηση, συνάθροιση’]

λεξιλόγιο

λεξιλόγιολε-ξι-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {λεξιλογί-ου} 1. το σύνολο των λέξεων και συμπλόκων που διαθέτει μια γλώσσα και τις οποίες κατανοεί ή/και χρησιμοποιεί ένα άτομο ή μία ομάδα (π.χ. επαγγελματική, κοινωνική): βασικό/δύσκολο/ειδικό (π.χ. για τον κινηματογράφο)/επίσημο/ευρύ/νέο/περιθωριακό/περιορισμένο/πλούσιο/υβριστικό/φτωχό/χυδαίο ~. Ασκήσεις (= λεξιλογικές)/διδασκαλία/εκμάθηση/εμπλουτισμός/τεστ ~ου. Η σαφήνεια/συρρίκνωση του ~ου. Ενεργητικό/παθητικό (: δεκτικό ή προσληπτικό) ~ ενός μαθητή (: που χρησιμοποιεί ή μόνο κατανοεί). ~ ενηλίκων/παιδιών. Ο ρόλος του ~ου στην παραγωγή λόγου. Βλ. θησαυρός.|| (μτφ.-προφ.) Η "ζήλια" απουσιάζει από το/δεν υπάρχει στο ~ό του (: δεν ζηλεύει).|| (μτφ.) Το εικαστικό/αρχιτεκτονικό ~ ενός δημιουργού. Πβ. τεχνοτροπία. Βλ. -λόγιο. 2. (ειδικότ.) ορολογία: αθλητικό/ιατρικό/πολιτικό/τεχνικό ~. ~ του ίντερνετ. Πβ. λεξικό. 3. αλφαβητικός συνήθ. κατάλογος, λέξεων, φράσεων ή όρων που περιέχονται σε ένα σύγγραμμα: το ~ ενός σχολικού βιβλίου. Πβ. γλωσσάριο. Βλ. ευρετήριο, ίντεξ. ● ΣΥΜΠΛ.: απαιτητικό λεξιλόγιο: που απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις και δείχνει ποιότητα λόγου. Βλ. ακριτομυθία, ασύστολος, διαφυλάσσω, επικροτώ, μειλίχιος., διεθνές επιστημονικό λεξιλόγιο: ΓΛΩΣΣ. επιστημονικοί όροι που χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε διάφορες γλώσσες. Βλ. διεθνισμός. [< αγγλ. International Scientific Vocabulary, περ. 1959] [< γαλλ. vocabulaire]

μήκος

μήκος[μῆκος] μή-κος ουσ. (ουδ.) {μήκ-ους | -η} 1. το φυσικό μέγεθος που σχετίζεται με τη μέτρηση της απόστασης από ένα άκρο σε άλλο: ελάχιστο/μέγιστο/μεταβλητό ~. Μονάδες ~ους. ~ σε εκατοστά/ίντσες. Σήραγγα συνολικού ~ους ... μέτρων. Σε διάφορα/διαφορετικά ~η. ~ μαλλιών (πβ. μάκρος). 2. ΓΕΩΜ. μια από τις τρεις διαστάσεις ενός στερεού σώματος (εκτός από το πλάτος και το ύψος) ή η συνήθ. μεγαλύτερη από τις δύο διαστάσεις μιας επίπεδης επιφάνειας: ~ γραμμής/κύκλου/τόξου. Υπολογισμός του ~ους.|| Το ~ του τραπεζιού. ● ΣΥΜΠΛ.: (άλμα εις) μήκος: ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο αθλητής, αφού πάρει φόρα σε έναν διάδρομο, εκτελεί άλμα σε ειδικό σκάμμα: ~ ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. (άλμα εις) τριπλούν., μήκος λέξης: ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός των μπιτ από τα οποία αποτελείται η λέξη ενός υπολογιστή: σταθερό ~ ~. Το μέγιστο ~ ~ είναι 4 μπάιτ (= 32 μπιτ). [< αγγλ. word length, 1951] , γεωγραφικό μήκος βλ. γεωγραφικός, εστιακό μήκος βλ. εστιακός, μήκος κύματος βλ. κύμα, ταινία μικρού/μεγάλου/μεσαίου μήκους βλ. ταινία ● ΦΡ.: κατά μήκος: παράλληλα με κάτι: ~ ~ της ακτής/διαδρομής/του οδικού άξονα., σε όλα τα μήκη και (τα) πλάτη (της Γης) & (σπάν.) στα μήκη και (στα) πλάτη (της Γης): παντού, σε όλο τον κόσμο: Έχει ταξιδέψει ~ ~. Έχει δώσει συναυλίες ~ ~. Πβ. απανταχού της Γης/της οικουμένης, όπου Γης., σε όλο το μήκος και (το) πλάτος & κατά μήκος και (κατά) πλάτος: σε όλη την έκταση, παντού: ~ ~ του οδοστρώματος. Εκκλησάκια διάσπαρτα ~ ~ του νησιού. Κατά μήκος και (κατά) πλάτος της αίθουσας., στο ίδιο/σε διαφορετικό (/άλλο) μήκος κύματος βλ. κύμα [< αρχ. μῆκος, γαλλ. longueur, αγγλ. length]

παιχνίδι

παιχνίδιπαι-χνί-δι ουσ. (ουδ.) {παιχνιδ-ιού | -ιών} & (σπάν.-προφ.) παιγνίδι 1. αντικείμενο, κατασκευή που απευθύνεται κυρ. σε μικρά παιδιά, με σκοπό τη διασκέδασή τους: εκπαιδευτικά/ηχητικά/μηχανικά/μουσικά/ξύλινα ~ια. Επιτραπέζια ~ια (βλ. γκρινιάρης, μονόπολη, παζλ, σκραμπλ). Απαγόρευση/απόσυρση ~ιού (ως ακατάλληλου). ~ια με μπαταρίες. Φουσκωτά ~ια θαλάσσης. Βιομηχανία/διαφημίσεις/εργοστάσιο/κατάστημα ~ιών. Παίζει με τα ~ια του. Βλ. αεροπλαν-, αλογ-, αυτοκινητ-άκι, κούκλα, μπάλα.|| Τα ~ια της παιδικής χαράς (βλ. τραμπάλα, τσουλήθρα)/του λούνα παρκ (βλ. καρουσέλ). 2. δραστηριότητα που συνήθ. βασίζεται σε κανόνες, με σκοπό την ψυχαγωγία ή/και την ανάδειξη νικητή, σε περιπτώσεις που απαιτούνται δύο ή περισσότεροι παίκτες: αθλητικό/διασκεδαστικό ~. ~ και μάθηση. Ατομικά/ομαδικά παιδικά (βλ. αμπάριζα, κορόιδο, κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό, μήλα, τυφλόμυγα)/επιστημονικά/κοινωνικά/πνευματικά (βλ. αίνιγμα, γρίφος, κουίζ, μπριτζ, σταυρόλεξο) ~ια. ~ λογικής (βλ. σουντόκου)/μνήμης (βλ. γιάντες)/στρατηγικής (βλ. ναυμαχία, ντάμα, σκάκι, τάβλι)/υπαίθρου/φαντασίας. ~ια κονσόλας. Τηλεοπτικό ~ γνώσεων (= τηλε~). Έχασα/κέρδισα στο ~.|| Αντιαθλητικό/τίμιο ~. Το στιλ του ~ιού. Πβ. παίξιμο. || Ερωτικό ~. 3. ΑΘΛ. αγώνας, ματς: δυνατό/εύκολο/συγκλονιστικό ~. Στημένα ~ια. Το ~ της Κυριακής. Οι καλύτερες φάσεις του ~ιού. Αποβλήθηκε/αποχώρησε τραυματισμένος από το ~. Πβ. αναμέτρηση. 4. (μτφ.) κάτι που θεωρείται εξαιρετικά εύκολο: Οι ασκήσεις τού φάνηκαν ~. 5. (μτφ.) πρόσωπο που το κάνει κάποιος ό,τι θέλει ή κάτι που δεν το παίρνει στα σοβαρά: Δεν είμαι ~ στα χέρια σου (πβ. άθυρμα, έρμαιο, μαριονέτα, όργανο, πιόνι, υποχείριο).|| Τα βλέπει όλα σαν ~! 6. (μτφ.) κόλπο, τέχνασμα: βρόμικα/επικίνδυνα/κομματικά/πολιτικά/προεκλογικά/σκοτεινά/ύποπτα ~ια. ~ια συμφερόντων. Τα ~ια της διαδοχής/της εξουσίας/της τύχης (πβ. παιχνίδισμα). ~ νεύρων (πβ. πόλεμος νεύρων). Άρχισαν το ~ της προπαγάνδας. 7. (μτφ.) παιχνίδισμα: τα ~ια του φωτός. ● Υποκ.: παιχνιδάκι (το): κυρ. στις σημ. 1, 4. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικά παιχνίδια & (προφ.) ηλεκτρονικά (τα): ΤΕΧΝΟΛ. αυτά που παίζονται με τη χρήση ηλεκτρονικής συσκευής· συνεκδ. κατάστημα ή χώρος με τα συγκεκριμένα παιχνίδια. Πβ. βιντεοπαιχνίδι. [< αγγλ. computer game, 1965, electronic game, περ. 1975] , θεατρικό/δραματικό παιχνίδι: θεατρική δραστηριότητα, συχνά στο πλαίσιο της σχολικής διαδικασίας, με παιδαγωγικούς σκοπούς: δάσκαλος/εργαστήριο ~ού ~ιού. Διδάσκει ~ ~. Βλ. ψυχόδραμα., παιχνίδι ρόλων στο οποίο οι παίκτες υποδύονται 1. ρόλους στο πλαίσιο συγκεκριμένης κατάστασης ή σεναρίου, κυρ. για εκπαιδευτικούς, ψυχοθεραπευτικούς ή ψυχαγωγικούς λόγους. 2. χαρακτήρες και εμπλέκονται σε φανταστικές περιπέτειες. [< αγγλ. 1: role play 2: role playing game, 1976] , σκληρό παιχνίδι 1. αθλητικός αγώνας που χαρακτηρίζεται από δυναμικό ή/και βίαιο παίξιμο. 2. (μτφ.) παρασκηνιακές, προκλητικές ή υπονομευτικές ενέργειες σε βάρος κάποιου: Σε ~ ~ εξελίσσεται η εκλογή του νέου προέδρου.|| (κατ' επέκτ.) Η μοίρα/τύχη τού έπαιξε ~ ~ (: του συνέβη κάτι πολύ δυσάρεστο)., τεχνικό παιχνίδι: που σε αυτό παίζει ρόλο κυρ. η διανοητική ικανότητα του παίκτη: Το μπιλιάρδο είναι ~ ~., τυχερά παιχνίδια & παιχνίδια τύχης: που το αποτέλεσμά τους εξαρτάται αποκλειστικά ή κυρίως από την τύχη: παιχνίδια της τράπουλας (= χαρτοπαίγνια) και άλλα ~ ~. Μηχανήματα ~ών ~ιών (= παιγνιομηχανήματα). Παράνομα τυχερά παιχνίδια. Πβ. τζόγος. Βλ. κίνο, λαχείο, λόττο, μπαρμπούτι, μπίνγκο, παπάς, προπό, πρότο, ρουλέτα, φρουτάκια. [< γαλλ. jeux de hasard] , αγώνας/παιχνίδι νοκ άουτ βλ. νοκ άουτ, ανοιχτό παιχνίδι βλ. ανοιχτός, κλειστό παιχνίδι βλ. κλειστός, κονσόλα παιχνιδιών βλ. κονσόλα, παιχνίδι κέντρου βλ. κέντρο ● ΦΡ.: βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι & μπαίνω στο παιχνίδι: προσκαλώ κάποιον ή συμμετέχω ο ίδιος σε παιχνίδι και κατ' επέκτ. δραστηριότητα ή κόλπο: Εκπομπή που βάζει ~ και τους θεατές. Η ομάδα μπήκε δυνατά ~.|| Όταν μπαίνει ~ ο ανταγωνισμός, ξεχνάμε την αλληλεγγύη. Πβ. βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι στο κόλπο, μπαίνω στον χορό., βγάζω/αφήνω (κάποιον) (έξω) από το παιχνίδι & βγαίνω/είμαι/μένω (έξω) από το παιχνίδι: αποκλείω κάποιον από παιχνίδι και κατ' επέκτ. από δραστηριότητα, κόλπο ή δεν συμμετέχω (πια) σε αυτό: Ο διαιτητής έβγαλε τον παίκτη από ~ ~ (: τον απέβαλε). Όποιος ακουμπήσει την μπάλα βγαίνει από ~ ~.|| (μτφ.) Άφησαν τις μικρές επιχειρήσεις έξω ~ ~. Βγήκε από ~ ~ των εκλογών. Δεν έχω ιδέα· είμαι/έχω μείνει έξω ~ ~., κάνω παιχνίδι (προφ.) 1. ΑΘΛ. εκδηλώνω οργανωμένη επίθεση: ~ει ~ από τα άκρα. Οι αντίπαλοι έπαιξαν πολύ καλά και δεν μας άφησαν να ~ουμε ~. 2. (μτφ.) δραστηριοποιούμαι και έχω τον έλεγχο σε κάποιον τομέα: Ο επιχειρηματικός κολοσσός που ~ει ~ στη Μέση Ανατολή. 3. (μτφ.) ερωτοτροπώ., μοιράζω το παιχνίδι: οργανώνω δραστηριότητα: (ΑΘΛ.) Παίρνει την πρώτη μπαλιά και ~ει ~.|| (μτφ.) Η κυβέρνηση επιχειρεί να μοιράσει ~., παίζει διπλό παιχνίδι (μτφ.): συνεργάζεται παρασκηνιακά και με τις δύο αντιτιθέμενες πλευρές. Πβ. παίζει σε δύο/διπλό/πολλά ταμπλό., παίζει παιχνίδια (μτφ.-προφ.): μηχανορραφεί, προβαίνει σε δόλιες πράξεις: ~ουν ~ εις βάρος μας/σε βάρος των καταναλωτών. Δεν μπορείτε να ~ετε ~ στην πλάτη της χώρας. Παίζονται περίεργα ~ πίσω από την πλάτη του., παίζω άσχημο παιχνίδι σε κάποιον (προφ.): εξαπατώ, βλάπτω: Η κλήρωση/η μοίρα/η τύχη τού έπαιξε ~ ~., παίζω το παιχνίδι του (μτφ.-προφ.): με τη στάση μου εξυπηρετώ τα συμφέροντα κάποιου: Μην παίζεις ~ ~ τους! Αρνούμαι να/δεν θα παίξω ~ ~ τους. Δεν ~ ~ κανενός. ΣΥΝ. παίζω το χαρτί του ... (2), παιχνίδι με τις λέξεις 1. προσπάθεια υπεκφυγής ή αποπροσανατολισμού με εκμετάλλευση κυρ. της πολυσημίας των λέξεων. 2. χρήση ομόηχων, πολύσημων λέξεων, αναγραμματισμών για υφολογικούς, παιδαγωγικούς ή ψυχαγωγικούς σκοπούς., το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι (μτφ.): μεθοδική και αγωνιώδης καταδίωξη μέχρι την τελική εξολόθρευση του πιο αδύναμου: ~ ~ ανάμεσα στην Αστυνομία και τους ληστές., χάνω το παιχνίδι (μτφ.-προφ.): χάνω τον έλεγχο, αποτυγχάνω: Μην αγχωθείς, γιατί το έχασες το ~. Το παιχνίδι έχει χαθεί., γυρίζω το παιχνίδι & το παιχνίδι γυρίζει βλ. γυρίζω, έσωσε την παρτίδα/το παιχνίδι βλ. σώζω, οι κανόνες του παιχνιδιού βλ. κανόνας, παίζω καθαρό παιχνίδι/καθαρά βλ. καθαρός, παίζω το παιχνίδι μου βλ. παίζω, παιχνίδι της μοίρας βλ. μοίρα, στο χαμηλό παιχνίδι βλ. χαμηλός, στο ψηλό παιχνίδι βλ. ψηλός, το χοντραίνω (το παιχνίδι)/το παιχνίδι χοντραίνει βλ. χοντραίνω [< μεσν. παιγνίδι, γαλλ. jeu, αγγλ. game]

πρωτότυπος

πρωτότυπος, η, ο πρω-τό-τυ-πος επίθ.: που δεν μιμείται κάποιον άλλο, που γίνεται, δημιουργείται για πρώτη φορά· ασυνήθιστος, καινοτόμος: ~ος: διαγωνισμός/πίνακας ζωγραφικής/συνδυασμός/σχεδιασμός/τίτλος. ~η: άποψη/διαμαρτυρία/έκδοση/εργασία/έρευνα/μέθοδος/συσκευή/ταινία. ~ο: δώρο/έργο/θέμα/κείμενο/παιχνίδι/πείραμα/υλικό. ~ες: δημιουργίες/ευχές/ιδέες/λύσεις/προτάσεις/συνταγές. ~α: αρχεία/δικαιολογητικά/χειρόγραφα. Βραβείου ~ου σεναρίου.|| (για πρόσ.) ~ος: καλλιτέχνης. Πβ. αβάν-γκαρντ, πρωτοποριακός. Βλ. -τυπος1. ΑΝΤ. κοινότοπος, στερεότυπος (1), συνηθισμένος (1), τετριμμένος, τυποποιημένος (2) ● Ουσ.: πρωτότυπο (το) {πρωτοτύπ-ου}: ό,τι δημιουργήθηκε πρώτο, αποτελώντας πρότυπο για όλα τα άλλα: ~ εγγράφου/συμβολαίου. Διαβάζει τους αρχαίους συγγραφείς από το ~ (πβ. πηγές, βλ. μετάφραση). Το ~ της βεβαίωσης/του εντύπου/του πιστοποιητικού/της συνθήκης/του τιμολογίου. Η επικύρωση γίνεται με την επίδειξη των ~ων. ΑΝΤ. αντίγραφο (1) ● επίρρ.: πρωτότυπα & (λόγ.) πρωτοτύπως ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτότυπη λέξη: ΓΡΑΜΜ. αρχική, πρωτογενής, που αποτελεί τη βάση για τον σχηματισμό άλλων λέξων. Βλ. παραγωγή, σύνθεση. [< μτγν. πρωτότυπος ‘σχηματισμένος πρώτος», τὸ πρωτότυπον «αρχέτυπο’, γαλλ. original, γαλλ.-αγγλ. prototype]

σημασία

σημασία

ση-μα-σί-α ουσ. (θηλ.) {σημασιών} 1. αξία, σπουδαιότητα που αποδίδεται σε κάτι (γεγονός, φαινόμενο, ενέργεια, κατάσταση, ζήτημα, συναίσθημα): διαχρονική/εθνική/επικοινωνιακή/επιστημονική/θρησκευτική/καίρια/κομβική/οικονομική/ουσιαστική/περιβαλλοντική/πολύπλευρη/πρωτεύουσα/συμβολική/συνολική ~. Αναγνωρίζω/υποτιμώ την ιστορική ~ ενός κινήματος. Αναδεικνύω/κατανοώ/υπογραμμίζω τη(ν) θεωρητική/κοινωνική/πρακτική ~ ενός θέματος/προβλήματος. Η ~ της σωστής διατροφής για τα παιδιά. Τροφή με μεγάλη βιολογική ~. Η ~ της αγάπης/της ζωής/της συμμετοχής/(προφ.) του να έχεις καλούς φίλους. Η προστασία του περιβάλλοντος έχει ζωτική/καθοριστική ~ για την ποιότητα ζωής. Ιαματικές πηγές τουριστικής ~ας. Σπουδαίας βαθμολογικής ~ας νίκη. Συμφωνία στρατηγικής ~ας. Καθοριστικής/κρίσιμης ~ας (τομείς). Ευρήματα ελάσσονος/μείζονος ~ας. Έργο που αποκτά ιδιάζουσα/κεντρική/σημαίνουσα ~. Είναι θεμελιώδους/υψίστης ~ας να ... Έχει αποδοθεί ιδιαίτερη ~ στη ... Δεν θέλω να μειώσω τη ~ της επιτυχίας του. Πβ. βαρύτητα. 2. ΓΛΩΣΣ. έννοια γλωσσικού στοιχείου, συνήθ. λέξης ή φράσης, εκτός συμφραζομένων, εννοιολογικό περιεχόμενο ενός σημείου: αλληγορική/αρχική/βασική/γενική/(συνυπο)δηλωτική/ειδική/κυριολεκτική/μεταφορική/τρέχουσα ~. ~ μορφήματος/όρου. Γραμματική/κειμενική/λεξική (πβ. σημαινόμενο)/προτασιακή ~. Οι διαφορετικές ~ες μιας λέξης (βλ. πολυσημία). Λέξεις που έχουν την ίδια ~ (βλ. συνωνυμία, ταυτοσημία). Δεν έχεις καταλάβει τη ~ των λόγων/του μηνύματός του (πβ. νόημα, περιεχόμενο). Η ~ της χειρονομίας. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύνουσα σημασία βλ. βαρύνων, ήσσονος/δευτερεύουσας σημασίας βλ. ήσσων & ήττων ● ΦΡ.: άνευ σημασίας (λόγ.) & χωρίς σημασία: χωρίς αξία, σπουδαιότητα: Είναι ~ ~ το γεγονός. Κάποιοι προσπαθούν να παρουσιάσουν το θέμα ως ~ ~. Δεν είναι ~ ~ να ... Ήττα χωρίς ~. ΣΥΝ. επουσιώδης ΑΝΤ. ουσιώδης, δίνω σημασία (προφ.): ενδιαφέρομαι για, ασχολούμαι με κάποιον ή κάτι: Μη ~εις ~ στις κακίες/συκοφαντίες (πβ. αδιαφορώ). Κανείς δεν τους έδωσε ~., έχει σημασία & σημασία έχει: έχει αξία, είναι σημαντικό: ~ ~ να τηρούνται οι νόμιμες διαδικασίες. Εκείνο που έχει ~ είναι να ... Δεν έχει (καμιά απολύτως) ~ τι πιστεύω εγώ., με όλη τη σημασία της λέξης (εμφατ.): για να αποδοθεί θετική συνήθ. ιδιότητα στο μέγιστο βαθμό στο ουσιαστικό που προηγείται: άνθρωπος/ήρωας/ομάδα/τελικός ~ ~. Άντρας/γυναίκα ~ ~ (= με άλφα/γάμμα κεφαλαίο, πβ. εκατό τοις εκατό, με τα όλα του/της).|| Σε θαυμάζω ~ ~. [< γαλλ. dans tout le sens du mot] , τι σημασία έχει;: (ως ρητορ. ερώτηση) δεν έχει κανένα νόημα, δεν είναι σημαντικό: ~ ~ ποιος το έγραψε; ~ ~ αν ήρθε χθες ή προχθές; Άλλωστε, ~ ~;, με νόημα/σημασία βλ. νόημα [< 1: αγγλ. significance 2: μτγν. σημασία, αγγλ. meaning]

ταμπού

ταμπούτα-μπού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.) ζήτημα που υπόκειται σε ηθικές, κοινωνικές δεσμεύσεις ή εσωτερικούς περιορισμούς: H συζήτηση γύρω από το σεξ θεωρείται ~.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Θέμα/θεσμός-~ (: που δεν τολμά να θίξει κανείς). 2. (κατ' επέκτ.) παρωχημένη αντίληψη και στερεότυπο: ιδεολογικά/φυλετικά ~ (πβ. προκαταλήψεις). Γκρεμίζω/ξεπερνώ/σπάω τα ~ της εποχής. Άνθρωποι απαλλαγμένοι από ~ (βλ. σύμπλεγμα). Δεν έχει ~ (βλ. αναστολές). 3. ΑΝΘΡΩΠ. (σε διάφορες φυλές ιθαγενών) απαγόρευση επαφής με πρόσωπο ή αντικείμενο που πιστεύεται ότι είναι ιερό ή μιασμένο. Βλ. δεισιδαιμονία, τοτέμ. ● ΣΥΜΠΛ.: λέξη-ταμπού: λέξη ή φράση, κυρ. σεξουαλικού ή υβριστικού περιεχομένου, της οποίας η χρήση αποφεύγεται ή απαγορεύεται από τις κοινωνικές συμβάσεις. [< αγγλ. taboo-word, 1933] [< γαλλ. tabou]

τελευταίος

τελευταίος, α, ο [τελευταῖος] τε-λευ-ταί-ος επίθ. 1. που βρίσκεται τοπικά ή χρονικά στο τέλος μιας ακολουθίας: ~ος: γύρος/σταθμός (της περιοδείας). Η ~α συλλαβή της λέξης. Μένω στον ~ο όροφο. Ανοίξτε το βιβλίο στην ~α σελίδα. Κάθεται στο ~ο θρανίο.|| ~ος: αγώνας (πβ. τελικός)/απόγονος (της οικογένειας). ~α: πρόβα (= πρόβα τζενεράλε)/προειδοποίηση (= ύστατη). ~ο: μάθημα. ~α μέρα για δηλώσεις συμμετοχής (: λήξη προθεσμίας). Η ~α Κυριακή του χρόνου. Το δεύτερο και ~ο μέρος της παράστασης. Έφτασε/ήρθε/ξεκίνησε ~. Έγινε και ένας ~ έλεγχος. Έλα να χορέψουμε έναν ~ο χορό. Πηγαίνει στην ~α τάξη του Λυκείου. Κάνε μια ~α προσπάθεια. Οι τοίχοι χρειάζονται ένα ~ο χέρι (: ακόμη ένα πέρασμα με μπογιά).|| Το ~ο φως της μέρας (: πριν βραδιάσει).|| (πριν τον θάνατο) Η ~α της επιθυμία/τα ~α του λόγια ήταν ... Είχε πνευματική διαύγεια μέχρι τις ~ες της ώρες. Τα ~α του χρόνια τα έζησε μόνος. Βλ. προ~. ΑΝΤ. πρώτος (1) 2. πιο πρόσφατος, πιο κοντινός, πλησιέστερος χρονικά: οι ~ες ανακαλύψεις/ειδήσεις/εξελίξεις/πληροφορίες/προσθήκες. Τα ~α γεγονότα/εικοσιτετράωρα/νέα. Φωτοτυπία του ~ου λογαριασμού. Αύξηση της εγκληματικότητας τον ~ο χρόνο/τις ~ες δεκαετίες. Ημερομηνία ~ας δημοσίευσης/ενημέρωσης. Υπερηχογράφος ~ας (βλ. τρίτης) γενιάς/τεχνολογίας (: ο πιο εξελιγμένος τεχνολογικά· πβ. σύγχρονος). Η καλύτερη επίδοση των ~ων ετών. Πολλές αλλαγές έχουν γίνει το ~ο διάστημα/τον ~ο καιρό. Η ~α του ταινία ήταν απογοητευτική. Η ~α φορά που τον είδα ήταν ... Το ~ο τεύχος του περιοδικού. 3. ο μόνος που έχει απομείνει: Του έδωσα τα ~α μου χρήματα. (εμφατ.) ~α: ευκαιρία/προσφορά (: η χαμηλότερη και πιο συμφέρουσα). Είσαι η ~α μας ελπίδα. Μάζεψε τις ~ες του δυνάμεις και ξεκίνησε. Πβ. μοναδικός. 4. ο κατώτερος, ο λιγότερο σημαντικός, ο πιο ταπεινός: Ήταν ο ~ (= χειρότερος) μαθητής της τάξης. Εμπόρευμα ~ας (= χαμηλής) ποιότητας. ~οι σε απόδοση (ΑΝΤ. τοπ). Ακόμα και ο ~ πολίτης δικαιούται να έχει άποψη. ● Ουσ.: τελευταίος (ο) 1. αυτός που βρίσκεται, έγινε ή αναφέρθηκε στο τέλος: ο ~ από τους ομιλητές.|| (προφ.) Και κάτι ~ο, μη μ' ενοχλήσεις ξανά. 2. (κατ' επέκτ.) ο χειρότερος: (εμφατ.) Δεν μπορεί να μας λέει τι θα κάνουμε ο ~ των ~ων. ● επίρρ.: τελευταία & (λόγ.) -ως: πρόσφατα, τον τελευταίο καιρό: Έχω πάρει πολλά κιλά ~. (προφ.) Δεν μας τα λες καθόλου καλά (τώρα) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διάταξη τελευταίας βούλησης βλ. διάταξη, ο τελευταίος των Μοϊκανών βλ. Μοϊκανός, τελευταία κατοικία βλ. κατοικία, τελευταίος ασπασμός βλ. ασπασμός, το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι βλ. ταξίδι, το τελευταίο αντίο βλ. αντίο, το ύστατο χαίρε βλ. ύστατος ● ΦΡ.: δεν είναι/είσαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που ... & ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είναι/είσαι που ... (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι συνηθισμένο, συμβαίνει σε πολλούς: ~ ~ έμπλεξε σε μια τέτοια ιστορία/εξαπατήθηκε., είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που ... (προφ.-εμφατ.): δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να επαναλάβω κάτι: ~ ~ ασχολούμαι μαζί σου., είναι στα τελευταία του (προφ.): πεθαίνει. Πβ. αργοσβήνω, πνέει τα λοίσθια., η τελευταία λέξη (μτφ.-προφ.): ό,τι πιο μοντέρνο, πιο σύγχρονο: Ντύνεται πάντα με την ~ ~ της μόδας. Το νέο μοντέλο είναι ~ ~ στην τεχνολογία των υπολογιστών., ο τελευταίος που ... (προφ.): για κάποιον που είναι σχεδόν απίθανο να κάνει κάτι ή για κάτι που έχει μικρές πιθανότητες να συμβεί: Είναι ~ ~ θα υποψιαζόμουν.|| Είναι το ~ο πράγμα που θα σκεφτόμουν., τελευταίος και τυχερός (προφ.): για κάποιον που έχει την τελευταία θέση σε μια σειρά και τυχαίνει να είναι και ευνοημένος., τελευταίος, αλλά όχι έσχατος/λιγότερο σημαντικός/ασήμαντος: για κάποιον ή κάτι που αναφέρεται στο τέλος, αλλά έχει την ίδια σπουδαιότητα με ό,τι προηγείται: ~ ~ ομιλητής. ~α ~η παρατήρηση. ~ο ~ο θέμα. [< αγγλ. last but not least] , από τον πρώτο ως τον τελευταίο βλ. πρώτος, άφησε την τελευταία του πνοή βλ. αφήνω, γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος βλ. γελώ, για τελευταία φορά βλ. φορά, δεύτε τελευταίον ασπασμόν βλ. ασπασμός, έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο βλ. πρώτος, έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα βλ. λέξη, η τελευταία πράξη του δράματος βλ. πράξη, η τελευταία τρύπα του ζουρνά βλ. ζουρνάς1, μέχρι και την τελευταία δεκάρα βλ. δεκάρα, μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματος βλ. αίμα, νέας/τελευταίας κοπής βλ. κοπή, ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα βλ. πόρτα, ο τελευταίος τροχός της αμάξης βλ. άμαξα, οι τελευταίες στιγμές βλ. στιγμή, παίζει το τελευταίο του χαρτί βλ. χαρτί, σε τελική/σε τελευταία ανάλυση βλ. ανάλυση, τελευταίος (/δεύτερος/τρίτος) και καταϊδρωμένος βλ. καταϊδρωμένος, την τελευταία στιγμή βλ. στιγμή, την τελευταία/ύστατη ώρα βλ. ώρα, της τελευταίας στιγμής βλ. στιγμή, το τελευταίο καρφί στο φέρετρο βλ. φέρετρο, το τελευταίο οχυρό/κάστρο βλ. οχυρό, τώρα τελευταία βλ. τώρα [< αρχ. τελευταῖος, γαλλ. dernier]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.