Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • λήθη λή-θη ουσ. (θηλ.) (λόγ.-λογοτ.): το να ξεχνιέται κάποιος ή κάτι για πάντα: Γεγονότα/έθιμα/έργα που έχουν βουλιάξει/χαθεί στη ~ (της Ιστορίας). Συγγραφείς που έχουν (περι)πέσει σε ~. Ανασύρω/διασώζω έναν πολιτισμό από τη ~. ΣΥΝ. λησμονιά, λησμοσύνη ΑΝΤ. θύμηση, μνήμη (2) ● ΦΡ.: το νερό της λησμονιάς/λήθης βλ. λησμονιά [< αρχ. λήθη]

λησμονιά

λησμονιάλη-σμο-νιά ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): λήθη: Κιτρινισμένες φωτογραφίες ανασύρθηκαν/βγήκαν από τη ~ του χρόνου. Πβ. αρνησιά, ξεχασιά. ΣΥΝ. λησμοσύνη ● ΦΡ.: το νερό της λησμονιάς/λήθης: ΛΑΟΓΡ. (σύμφωνα με τις αρχαίες και νεότερες λαϊκές δοξασίες) το οποίο πίνουν οι νεκροί από μια πηγή του Άδη, για να ξεχάσουν τον πάνω κόσμο. [< μεσν. λησμονιά]