Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- λίαν λί-αν επίρρ. (λόγ.): (πάρα) πολύ: ~ επικίνδυνος/σημαντικός. ~ επιεικώς/επιτυχώς/προσεχώς/συντόμως. ● ΦΡ.: λίαν καλώς (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Λ, Κ): (ως αξιολόγηση του βαθμού πτυχίου ή απολυτηρίου) πολύ καλά: Αποφοίτησε από τη Σχολή με "~ ~". Βλ. άριστα, καλώς. [< αρχ. λίαν]
- λιάνα λιά-να ουσ. (θηλ.) & λιάνη: ΒΟΤ. αναρριχώμενο φυτό των τροπικών δασών, με μακριούς ξυλώδεις βλαστούς που τυλίγονται γύρω από άλλα φυτά. Βλ. επίφυτο. [< γαλλ. liane, αγγλ. ~, liana]
- λιανεμπόριο λια-νε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εμπόριο λιανικής. ΑΝΤ. χονδρεμπόριο
- λιανέμπορος λια-νέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): έμπορος λιανικής. Πβ. λιανοπωλητής. ΑΝΤ. χονδρέμπορος
- λιανίζω λια-νί-ζω ρ. (μτβ.) {λιάνι-σα, λιανί-σει, (σπάν.) -στηκε, -στεί, -σμένος} (λαϊκό) 1. (κυρ. σε συνταγές) κατακομματιάζω, ψιλοκόβω: ~ετε το κρέας ... ~σμένο: κρεμμύδι. 2. (μτφ.) ξυλοφορτώνω: (απειλητ.) Αν σε πετύχω πουθενά, θα σε ~σω! 3. (μτφ.) κατατροπώνω, συντρίβω· καταστρέφω, ρημάζω. ● ΦΡ.: σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο [< μεσν. λιανίζω]
- λιανικός , ή, ό λια-νι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με αγαθά τα οποία διατίθενται απευθείας από τον έμπορο στον καταναλωτή, συνήθ. σε μικρές ποσότητες: ~ή: αγορά. ~ό: εμπόριο (= λιανεμπόριο). Ενδεικτική/προτεινόμενη ~ή τιμή ... ευρώ. ΑΝΤ. χονδρικός (1) ● Ουσ.: λιανική (η): ενν. πώληση: καταστήματα ~ής. Αγοράζω ~. ΑΝΤ. χονδρική [< γαλλ. (vente) au détail] ● επίρρ.: λιανικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. λιανικός, γαλλ. de détail]
- λιάνισμα λιά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λιανίζω.
- λιανοκέρι λια-νο-κέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): μακρύ λεπτό κερί που καίγεται γρήγορα.
- λιανοπωλητής λια-νο-πω-λη-τής ουσ. (αρσ.): πωλητής λιανικής: ~ σε λαϊκές αγορές. Πβ. λιανέμπορος.
- λιανός , ή, ό λια-νός επίθ. (λαϊκό): αδύνατος, λεπτός: ~ό: κλαδί/κορμί. ● Ουσ.: λιανά (τα) (προφ.): κέρματα. ΣΥΝ. ψιλά (1) ΑΝΤ. χοντρά (τα) ● ΦΡ.: κάνω (κάτι σε κάποιον) λιανά (προφ.) & (σπάν.) κάνω φραγκοδίφραγκα: εξηγώ κάτι απλά και κατανοητά: Δηλαδή, για να (σ)το κάνω (πιο) λιανά, ... Κάντο μου λιανά, να καταλάβω. [< μεσν. λιανός]
- λιανοτούφεκο λια-νο-τού-φε-κο ουσ. (ουδ.) & λιανοντούφεκο (λαϊκό-παλαιότ.): ελαφρύ τουφέκι και (συνεκδ. στον πληθ.) οι αντίστοιχοι πυροβολισμοί· γενικότ. ελαφρύς οπλισμός.
- λιανοτράγουδο λια-νο-τρά-γου-δο ουσ. (ουδ.): δίστιχο δημώδες τραγούδι. Πβ. ριμάδα. Βλ. κοτσάκι, μαντινάδα.
άριστα
άριστα[ἄριστα] ά-ρι-στα ουσ. (ουδ.): ο ανώτατος βαθμός αξιολόγησης σε εξετάσεις ή διαγωνισμούς: μαθητής/φοιτητής του ~. Βαθμολογήθηκε με/πέρασε με/πήρε ~ (= αρίστευσε). Τελείωσε με ~ το λύκειο. Με ~ το εκατό. Λίγοι θα αγγίξουν/πιάσουν το ~. Το ~ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι το είκοσι, ενώ στην τριτοβάθμια το δέκα. ● βλ. άριστος
επίφυτο
επίφυτο[ἐπίφυτο] ε-πί-φυ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό το οποίο στηρίζεται πάνω σε άλλο για να αναπτυχθεί, χωρίς να τρέφεται παρασιτικά από αυτό, αλλά από τον αέρα και τη βροχή: Οι ορχιδέες είναι ~α. Βλ. λιάνα, παράσιτο, -φυτο. [< γαλλ. épiphyte, αγγλ. epiphyte]
κοτσάκι
κοτσάκικο-τσά-κι ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ομοιοκατάληκτο δημώδες αυτοσχέδιο δίστιχο με οκτώ συλλαβές στον κάθε στίχο. Βλ. λιανοτράγουδο, μαντινάδα, ρίμα. 2. αντικριστός ζευγαρωτός ποντιακός χορός. Πβ. καρσιλαμάς. [< 1: μεσν. κοτσάκιν]
ξύλο
ξύλοξύ-λο ουσ. (ουδ.) 1. σκληρή ουσία του κορμού και των κλαδιών των δέντρων· συνεκδ. κάθε κομμάτι ή αντικείμενο που προέρχεται από αυτά: ακατέργαστο/γνήσιο/ελαφρύ/κατεργασμένο/μαλακό/μασίφ/σκαλιστό/σουηδικό ~ (= ξυλεία). ~ ελιάς/κερασιάς/οξιάς/πεύκου. ~ τικ. Απολιθωμένο ~. Άρωμα/ασθένειες/βαφή/βιομηχανία (= ξυλοβιομηχανία)/εμπορία/τεχνολογία ~ου.|| Φύλλα ~ου. Έπιπλα/κουφώματα/πόρτα/σκάλα από ~.|| Γλυπτική/ζωγραφική σε ~. Βερνίκι για ~. || (Αρωματικά) ~α καπνίσματος. 2. (μτφ.) χτυπήματα με το χέρι ή με βέργα: άγριο/αλύπητο/ανελέητο/γερό ~. Έφαγε το ~ της αρκούδας/χρονιάς. ~ και των γονέων/με τη σέσουλα/μέχρι θανάτου/μέχρι λιποθυμίας. Δίνω/παίζω/ρίχνω ~. Πέφτει ~ (= γίνεται καβγάς, έχουν πιαστεί στα χέρια). (Κάποιος) θέλει ~ (: του αξίζει). Πβ. βρομόξυλο, ξυλο-δαρμός, -κόπημα, -φόρτωμα. 3. (μτφ.) καθετί σκληρό, που δύσκολα λυγίζει ή κάμπτεται: Το κορμί του είχε γίνει ~ από το κρύο (= ξύλιασε, ξεπάγιασε). 4. {κυρ. στον πληθ.} καυσόξυλα: ~α για προσάναμμα/για το τζάκι. Κόβω/κουβαλώ/μαζεύω ~α. Σόμπα ~ου/~ων. Ρίχνω ~α στη φωτιά. Βλ. πυρηνόξυλο. ● Υποκ.: ξυλαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: τίμιο/άγιο ξύλο: ΕΚΚΛΗΣ. μικρό κομμάτι ξύλου που προέρχεται από τον σταυρό πάνω στον οποίο σταυρώθηκε ο Ιησούς: Φυλαχτό με τίμιο ~., σομφό ξύλο βλ. σομφός ● ΦΡ.: επί ξύλου κρεμάμενος (μτφ.): για κάποιον που έχει βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση και χωρίς υποστήριξη, από οικονομική ή άλλη άποψη: Έφαγε όλη του την περιουσία κι έμεινε ~ ~ (= απένταρος)., ξύλο μετά μουσικής (συνήθ. ειρων.): για άγριο ξυλοδαρμό., σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο (προφ.): τον χτυπώ πολύ άσχημα, χωρίς οίκτο: (απειλητ.) Θα σε σπάσω ~!, το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο: ως εσφαλμένη δικαιολόγηση της παιδαγωγικής ή σωφρονιστικής σημασίας του ξυλοδαρμού ή της χειροδικίας., τρώω ξύλο (μτφ.-προφ.): με δέρνουν, με χτυπούν. ΣΥΝ. τις αρπάζω, τις τρώω, άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο βλ. απελέκητος, ένα (γερό) χέρι ξύλο βλ. χέρι, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι, σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον) βλ. σκοτώνω, το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει βλ. φωτιά, τουλουμιάζω στο ξύλο βλ. τουλουμιάζω, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο! βλ. χτυπώ ● βλ. ξυλάκι [< αρχ. ξύλον]