ακρογωνιαίος, α, ο [ἀκρογωνιαῖος] α-κρο-γω-νι-αί-ος επίθ.: βασικός, θεμελιώδης, ουσιώδης: ~α: αρχή/θέση. ~ο: αξίωμα/δόγμα. ~α: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ακρογωνιαίος λίθος & ακρογωνιαία πέτρα 1. (μτφ.) βάση, θεμέλιο, συστατικό στοιχείο: Η ελευθερία είναι ο ~ ~ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πβ. πυλώνας, στήριγμα. ΣΥΝ. θεμέλιος λίθος (1) 2. μεγάλη πέτρα στην εξωτερική γωνία δύο τεμνόμενων τοίχων. ΣΥΝ. αγκωνάρι (1) [< μτγν. ἀκρογωνιαῖος]
αλχημεία[ἀλχημεία] αλ-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) πολύπλοκη, κυρ. ύποπτη, ανορθόδοξη ενέργεια ή μέθοδος για την επίτευξη ενός στόχου: ερωτικές/οικονομικές/πολιτικές/στατιστικές ~ες. Κατάφερε με διάφορες ~ες να αναρριχηθεί στην εξουσία. Πβ. κατεργαριά, κόλπο, μαγειρέματα, μηχανορραφίες, τέχνασμα, τρικ. 2. πρόγονος της χημείας, ως τον 17ο-18ο αι., κράμα από αντιλήψεις και πρακτικές μυστικιστικού κυρ. χαρακτήρα, με στόχο τη μεταστοιχείωση των ευτελών μετάλλων σε χρυσό και την εύρεση ενός ελιξιρίου νεότητας. Βλ. φιλοσοφική λίθος. [< γαλλ. alchimie]
ανάθεμα[ἀνάθεμα] α-νά-θε-μα ουσ. (ουδ.) {αναθέμ-ατος} 1. (επιφών.) ως έκφραση αγανάκτησης· κατάρα: ~ (σ') αυτόν που σ' έκανε (: καταραμένος να 'ναι)! ~ την τύχη μου! ~ στη φτώχεια μας! 2. κατάρα, αποκήρυξη· κατ' επέκτ. καταραμένο πρόσωπο ή πράγμα: (μτφ.) Εισπράττει το ηθικό και πολιτικό ~. ΣΥΝ. αναθεματισμός (1) 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. παλαιότ.) αφορισμός: άρση του ~ατος. ● ΦΡ.: ανάθεμα (με) (κι) αν: για επίταση της άρνησης: ~ ~ κατάλαβα τι μου λες!, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ... (ως κατάρα): για να δηλωθεί ότι κάποιος μετάνιωσε πικρά για κάτι: ~ ~ που σε γνώρισα!, πανάθεμα/(π') ανάθεμα (+ αιτιατ. κυρ. αδύνατου τ. προσ. αντων.): για δήλωση δυσαρέσκειας, εκνευρισμού: ~ά με, όλο ανοησίες κάνω/~ά σας.|| (οικ.) Είναι και νοστιμούλης ~ ~ά τον (: χαριτολογία)!, ρίχνω σε κάποιον/κάτι το ανάθεμα/το(ν) λίθο του αναθέματος & την πέτρα του αναθέματος: επιρρίπτω ευθύνες σε κάποιον για κάτι κακό: Του ~ουν ~ για ό,τι στραβό συμβαίνει., στ' ανάθεμα (ως επιφών., λαϊκό-υβριστ.): για δήλωση εκνευρισμού, στο(ν) διάολο: Άι ~ ~! [< 1,2: μτγν. ἀνάθεμα]
αναμάρτητος, η, ο [ἀναμάρτητος] α-να-μάρ-τη-τος επίθ.: (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) που δεν διαπράττει ή δεν έχει διαπράξει αμαρτήματα και γενικότ. σφάλματα. Πβ. ακριμάτιστος, αλάθητος. ΑΝΤ. αμαρτωλός ● επίρρ.: αναμάρτητα ● ΦΡ.: ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω (ΚΔ-λόγ.): ως προτροπή σε κάποιον, προτού κατηγορήσει ή κρίνει κάποιον άλλο, να αναλογιστεί τα δικά του λάθη., ουδείς αναμάρτητος: όλοι έχουν υποπέσει σε κάποιο σφάλμα: Και αν έκανες ένα λαθάκι, τι πειράζει; ~ ~! [< αρχ. ἀναμάρτητος]
ασθενόσφαιρα[ἀσθενόσφαιρα] α-σθε-νό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. στρώμα της Γης μεταξύ του στερεού φλοιού και του μανδύα, κάτω από τη λιθόσφαιρα, το οποίο εκτείνεται σε βάθος από εβδομήντα έως διακόσια χιλιόμετρα και θεωρείται ότι αποτελείται από μερικώς λιωμένο πέτρωμα. [< γαλλ. asthénosphère, 1914, αγγλ. asthenosphere, 1914]
ατάκτως[ἀτάκτως] α-τά-κτως επίρρ. (λόγ.): χωρίς τάξη, απείθαρχα: Το στράτευμα υποχώρησε ~.|| (ειρων.) Η κυβέρνηση υπαναχωρεί ~. ● ΦΡ.: (λίθοι,) πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα & ατάκτως ερριμμένα (εσφαλμ. ερριμμένοι): (λόγ.) για να δηλωθεί έλλειψη οργάνωσης, τάξης ή ερείπωση, καταστροφή: ~ ~ , χαρακτήρισε το νομοσχέδιο ο εκπρόσωπος της αντιπολίτευσης.|| ~ ~ ήταν ό,τι απέμεινε μετά τον σεισμό.|| (μτφ.) Σκέψεις ατάκτως ερριμμένες. [< αρχ. ἀτάκτως]
βράχοςβρά-χος ουσ. (αρσ.) {βράχοι κ. βράχια (τα)} 1. σκληρή και συμπαγής ορυκτή μάζα: απότομος/φυσικός/ψηλός ~. Αναρρίχηση ~ου. Κατολισθήσεις/πτώσεις ~ων. Εκκλησάκι πάνω στον ~ο/στους πρόποδες του ~ου. Το κοίλο του θεάτρου είναι λαξευμένο στον ~ο. Σκαρφάλωσε στον ~ο. 2. (μτφ., για πρόσ.) σταθερός, συνεπής, ανυποχώρητος στις απόψεις και στις αξίες του: ~ ηθικής. Τον πίεσαν, προσπάθησαν να τον δωροδοκήσουν, αλλά αυτός ~. Βλ. αγκωνάρι. ● βράχια (τα): βραχώδης έκταση στην ξηρά ή μέσα στη θάλασσα: ~ της ακτής. Βουτιές από τα ~.|| Παραλίες με άμμο και βότσαλα ή ~. Πβ. σκόπελος, ύφαλος. ● Υποκ.: βραχάκι (το): Βλ. βραχάκια. ● ΣΥΜΠΛ.: ζωντανός βράχος: που προέρχεται από ύφαλο ωκεανού και εισάγεται σε ενυδρείο αλμυρού νερού, όπως βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον, δηλ. καλυμμένος με αποικίες μικροοργανισμών. [< αγγλ. live rock] , ο Ιερός Βράχος: η Ακρόπολη., βράχος ακλόνητος βλ. ακλόνητος [< μεσν. βράχος]
γρανίτηςγρα-νί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΥΚΤ. εκρηξιγενές πέτρωμα κρυσταλλικής δομής, πολύ σκληρό και μεγάλης αντοχής, το οποίο αποτελείται κυρ. από χαλαζία, αστρίους και μαρμαρυγίες και χρησιμεύει ως δομικό υλικό: πλακάκια από ~η. Βλ. βασάλτης, γάββρος, -ίτης2. 2. (μτφ.) (για πρόσ. ή πράγμα) σκληρό, ανθεκτικό: Η ψυχή του είναι από ~η. ● ΦΡ.: άμυνα (από) γρανίτη/μπετόν βλ. άμυνα [< γαλλ. granit(e), γερμ. Granit]
διαμάντιδια-μά-ντι ουσ. (ουδ.) {διαμαντ-ιού | -ιών} 1. ΟΡΥΚΤ. πολύ σκληρός και διάφανος πολύτιμος λίθος που αποτελεί ποικιλία κρυσταλλικού άνθρακα· η αντίστοιχη κατεργασμένη μορφή του και συνεκδ. το κόσμημα που τον φέρει: συνθετικό ~. Κοπή ~ιού. Μεταλλεία/ορυχεία ~ιών. ΣΥΝ. αδάμας.|| Η αξία/έδρα/λάμψη του ~ιού. Κολιέ/σκουλαρίκια με ~ια.|| Ανέβηκε στη σκηνή φορτωμένη ~ια. Πβ. διαμαντικό, μπριγιάν. Βλ. καράτι. 2. (μτφ.) ακέραιος, έντιμος άνθρωπος: (ως επίθ.) παιδί ~. Πβ. αδαμάντινος. 3. (μτφ.) οτιδήποτε λαμπερό, διαυγές, όμορφο, πολύτιμο και σπάνιο: λογοτεχνικά/μουσικά/ποιητικά ~ια.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Παραστάσεις ~ια (= εκπληκτικές). 4. ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο με αιχμηρό διαμάντι προσαρμοσμένο στο άκρο του για την κοπή ή χάραξη γυαλιού, σκληρών επιφανειών και ημιπολύτιμων λίθων. Βλ. διαμαντόδισκος. ● Υποκ.: διαμαντάκι (το) [< μεσν. διαμάντι(ν) < ιταλ. diamante]
ημιπολύτιμος, η, ο [ἡμιπολύτιμος] η-μι-πο-λύ-τι-μος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ημιπολύτιμοι λίθοι/ημιπολύτιμες πέτρες: ΟΡΥΚΤ. που είναι μικρότερης αξίας από τους πολύτιμους λίθους και χρησιμοποιούνται στην κοσμηματοποιία και τη διακόσμηση αντικειμένων. Βλ. ακουαμαρίνα, αμέθυστος, αχάτης, ζαντ, λάπις, αζουρ-, λαζουλ-, μαλαχ-, νεφρ-ίτης, τιρκουάζ, χαλαζίας.[< αγγλ. semiprecious, πβ. γαλλ. semi-précieuse, 1931]
θεμέλιος, ος/α, ο θε-μέ-λι-ος επίθ. (λόγ.): μόνο στα ● ΣΥΜΠΛ.: θεμέλια ουσία: ΑΝΑΤ. ζελατινώδης ουσία που υπάρχει ανάμεσα στα κύτταρα των συνδετικών ιστών. Πβ. εκτό-, υαλό-πλασμα. [< αγγλ. ground substance] , θεμέλιος λίθος 1. (μτφ.) στήριγμα, βάση ιδεολογικού συστήματος ή θεσμού: ~ ~ της δημοκρατίας/της ελευθερίας. Η οικογένεια είναι ο ~ ~ της κοινωνίας. ΣΥΝ. ακρογωνιαίος λίθος (1) 2. ο πρώτος λίθος, συνήθ. μαρμάρινη επιγραφή, πέτρα ή άλλο δομικό υλικό, που τίθεται συμβολικά κατά την τελετή θεμελίωσης κτιρίου: Μπήκε/τοποθετήθηκε ο ~ ~ για την ανέγερση της εκκλησίας/του νοσοκομείου/του σχολείου. [< αρχ. θεμέλιος]
ίασπις[ἴασπις] ί-α-σπις ουσ. (αρσ.) {αιτ. ίασπι} & ίασπης: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος που αποτελεί αδιαφανή μορφή χαλαζία, συνήθ. σε κόκκινο, κίτρινο ή καφέ χρώμα, και χρησιμοποιείται ιδ. στην κοσμηματοποιία και τη διακοσμητική. Βλ. ηλιοτρόπιο, χαλκηδόνιος. [< αρχ. ἴασπις (ἡ), γαλλ. jaspe, αγγλ. jasper]
καλντερίμικαλ-ντε-ρί-μι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) καλντιρίμι (προφ.): λιθόστρωτο σοκάκι: γραφικά/πέτρινα ~ια. Βόλτα στα ~ια του νησιού/χωριού. Πβ. πλακόστρωτο. [< τουρκ. kaldιrιm]
λιθίασηλι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σχηματισμός λίθων σε όργανο του σώματος: ~ νεφρών (= νεφρο~· βλ. οξαλικός, ψαμμίαση)/ουροποιητικού (συστήματος) (= ουρο~)/σιελογόνων αδένων (= σιαλο~)/χοληδόχου πόρου (= χολο~· βλ. χολοκυστ-εκτομή, -ίτιδα). Βλ. -ίαση, λιθοτριψία. [< αρχ. λιθίασις, γαλλ. lithiase , αγγλ. lithiasis]
μεσο- & μεσό- & μεσ-α' συνθετικό λέξεων 1. με αναφορά στο μέσον ενός χρονικού ή τοπικού διαστήματος: μεσο-νύκτιο.|| Mεσο-καλόκαιρο (βλ. κατα-).|| Μεσο-ελλαδικός/~κυκλαδικός (βλ. πρωτο-, υστερο-). Μεσο-ζωικός.|| Μεσο-στρατίς (πβ. μισο-).|| Μεσ-ευρωπαϊκός (πβ. κεντρο-). Μεσο-δόντιος. Μεσο-κάρπιο. Μεσο-κυττάριος/~σπονδύλιος. 2. με τη σημασία του εσωτερικού: μεσό-πορτα (πβ. εσώ-θυρα).
ουρο- & ουρό- & ουρ-: το ουσιαστικό ούρα ως α' συνθετικό λέξεων: ουρο-καλλιέργεια. Ουρό-λιθος. Ουρ-αιμία.|| (με αναφορά στο ουροποιητικό σύστημα) Ουρο-λοίμωξη.
πέτραπέ-τρα ουσ. (θηλ.) 1. σκληρή και συμπαγής ουσία που βρίσκεται σε μεγάλη ποσότητα στο έδαφος της Γης· κυρ. συνεκδ. τμήμα, κομμάτι από αυτό το υλικό: ακατέργαστη/βαριά/λαξευμένη/λεία/μυτερή/στρογγυλή (βλ. βότσαλο) ~. Διακοσμητικές/ηφαιστειακές/μυτερές/ορθογώνιες/πελεκητές/πολύχρωμες/πορώδεις/ποταμίσιες/τεχνητές/φυσικές ~ες. Δρόμος γεμάτος ~ες (= πετρώδης). Κάθισε (πάνω) σε μια ~ να ξεκουραστεί. Πβ. λιθάρι. Βλ. κοτρώνα, ασβεστό-, ελαφρό-, γαλαζό-, μυλό-, σκανταλό-, ταφό-πετρα.|| (ΟΙΚΟΔ.) ~ και μάρμαρο. ~ες και τούβλα. ~ες (= πλάκες) Καρύστου. Σπίτι χτισμένο με ~ες (= πετρόχτιστο).|| Κατασκευή τοίχου από ~ (πβ. λιθοδομή). (για γλύπτη:) Λειαίνει/σκαλίζει/σμιλεύει την ~.|| Εκσφενδόνισαν/πέταξαν/ρίχνουν ~ες (= πετροβολούν).|| Χέρια (σκληρά) σαν ~. ΣΥΝ. λίθος (1) 2. (κατ' επέκτ.) πετράδι: (δαχτυλίδια με) αστραφτερές/πολύτιμες ~ες. Βλ. διαμαντό~. 3. ΙΑΤΡ. (προφ.) λίθος: αφαίρεση (βλ. λιθοτριψία)/δημιουργία (βλ. λιθίαση) ~ας. Έχει/του βρήκαν ~ στα νεφρά/στη χολή (βλ. χολόλιθος). 4. ΙΑΤΡ. τρυγία: ~ στα δόντια. ~ και (οδοντική) πλάκα. Σχηματισμός ~ας. Καθαρισμός της ~ας. Προστασία κατά της ~ας. 5. τσακμακόπετρα: Αναπτήρας με ~. 6. (μτφ.) καθετί σκληρό, συμπαγές: Το στρώμα είναι ~. ● Υποκ.: πετρίτσα (η), πετρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η πέτρα του σκανδάλου (ΚΔ): (συνήθ. για πρόσ.) η αιτία ή αφορμή για διαμάχη: Έγινε/είναι/υπήρξε ~ ~., ημιπολύτιμοι λίθοι/ημιπολύτιμες πέτρες βλ. ημιπολύτιμος, συμπληγάδες πέτρες βλ. συμπληγάδες ● ΦΡ.: (ακόμα) και οι πέτρες (προφ.): όλοι, οι πάντες: ~ ~ γνωρίζουν ... Τον ξέρουν/το έχουν μάθει ~ ~. Γελάνε ~ ~ μαζί τους. Ξεσηκώθηκαν ~ ~ εναντίον τους., από πέτρα (μτφ.): σκληρός, άκαρδος, ασυγκίνητος: Δεν είμαι (και) ~!|| Έχει καρδιά ~., δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα & (λόγ.) λίθος επί λίθον/λίθου & δεν άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα/(λόγ.) λίθον επί λίθον/λίθου (εμφατ.): (για μεγάλη καταστροφή) δεν έμεινε τίποτα όρθιο., κάνω πέτρα την καρδιά (μου)/κάνω την καρδιά (μου) πέτρα & σφίγγω την καρδιά (μου): προσπαθώ να φανώ ψύχραιμος, σκληρός, για να αντέξω κάτι· κάνω υπομονή: Θα κάνω την καρδιά ~ και θα το ανεχτώ! ΣΥΝ. σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη, κτίζω κάτι πέτρα πέτρα & πετραδάκι πετραδάκι: οικοδομώ ή μτφ. δημιουργώ κάτι σταδιακά και με επιμονή: Το σπίτι κτίστηκε ~.|| Η εταιρεία έκτισε ~ τη θέση της στην αγορά., όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω 1. ανακατεύεται σε όλα, είναι πανταχού παρών. 2. έχει παντού γνωριμίες, διασυνδέσεις., ράγισαν και οι πέτρες: για να δηλωθεί κλίμα βαρύτατου πένθους, θρήνου: ~ ~ στην κηδεία του ..., ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου): φεύγω και δεν ξαναγυρνώ κάπου, ξεχνώντας πρόσωπα και καταστάσεις., το στομάχι του αλέθει και πέτρες: για κάποιον με πολύ γερό στομάχι, που χωνεύει εύκολα ακόμη και δύσπεπτες τροφές. ΣΥΝ. ο καλός ο μύλος όλα τ' αλέθει, παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά βλ. παίρνω, πέτρα που (θέλει να) κυλά, (ποτέ) δεν χορταριάζει/λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει βλ. κυλάω, ρίχνω σε κάποιον/κάτι το ανάθεμα/το(ν) λίθο του αναθέματος βλ. ανάθεμα, στύβει την πέτρα βλ. στύβω [< αρχ. πέτρα ‘βράχος’, μτγν. ~ ‘λίθος’]
πλίνθοςπλίν-θος ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) πλίθος (ο) & πλίθα (η) ΟΙΚΟΔ. 1. υλικό από άργιλο ψημένη σε καμίνι ή πηλό αποξηραμένο στον ήλιο, που κατασκευάζεται σε καλούπια με σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπιπέδου. Βλ. οπτό-, ωμό-πλινθος, τούβλο. 2. πλιθί. ● ΦΡ.: (λίθοι,) πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα βλ. ατάκτως [< αρχ. πλίνθος]
-στρωτος, η, ο: β' συνθετικό επιθέτων για δήλωση του υλικού επίστρωσης μιας επιφάνειας: ασφαλτό~ (πβ. ασφαλτο-στρωμένος)/λιθό~/χαλικό~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) πλακό-στρωτο.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ