Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • λαίδη λαί-δη ουσ. (θηλ.) 1. (στη Μεγάλη Βρετανία) γυναικείος τίτλος ευγενείας· η σύζυγος του λόρδου. Βλ. μιλέδη. 2. (μτφ.-συχνά ειρων.) γυναίκα που εμπνέει τον σεβασμό για το ήθος, την πορεία της σε κάποιον χώρο ή/και την αριστοκρατικότητά της. Πβ. κυρία. [< αγγλ. lady]

μιλέδη

μιλέδημι-λέ-δη ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): τιμητικός τίτλος προσφώνησης λαίδης. Βλ. μιλόρδος. [< γαλλ. milady < αγγλ. my lady]