Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λαβώνω λα-βώ-νω ρ. (μτβ.) {λάβω-σε, λαβώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, λαβών-οντας} (λαϊκό-λογοτ.): πληγώνω, τραυματίζω: βαριά ~μένος. ~μένο: θηρίο.|| (μτφ.) Τα λόγια του μου ~σαν την καρδιά. ~μένος από τα βέλη του έρωτα. ~μένο: γόητρο/ηθικό/κύρος. Βλ. αλάβωτος. [< μεσν. λαβώνω]

αλάβωτος

αλάβωτος, η, ο [ἀλάβωτος] α-λά-βω-τος επίθ. (συνήθ. λογοτ.) 1. που δεν τραυματίστηκε: Από την επίθεση δεν έμεινε ούτε ένας ~. Πβ. άτρωτος. ΑΝΤ. πληγωμένος 2. (μτφ.) που δεν δέχθηκε πλήγμα: ~η: περηφάνια/ψυχή. Το νησί βγήκε ~ο από τον σεισμό, με ελάχιστες υλικές ζημιές. Πβ. αλώβητος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.