Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λαθρεπιβίβαση λα-θρε-πι-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επιβίβαση σε μέσο μαζικής μεταφοράς χωρίς καταβολή του απαιτούμενου κομίστρου: ~ στις αστικές συγκοινωνίες. Βλ. εισιτηριοδιαφυγή.

εισιτηριοδιαφυγή

εισιτηριοδιαφυγή[εἰσιτηριοδιαφυγή] ει-σι-τη-ρι-ο-δι-α-φυ-γή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αποφυγή επικύρωσης εισιτηρίου ή γενικότ. πληρωμής του αντιτίμου εισόδου σε κάποιο χώρο: ~ στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. ~ σε αρχαιολογικούς χώρους/μουσεία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.