Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • λαθρεπιβίβαση λα-θρε-πι-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επιβίβαση σε μέσο μαζικής μεταφοράς χωρίς καταβολή του απαιτούμενου κομίστρου: ~ στις αστικές συγκοινωνίες. Βλ. εισιτηριοδιαφυγή.

εισιτηριοδιαφυγή

εισιτηριοδιαφυγή[εἰσιτηριοδιαφυγή] ει-σι-τη-ρι-ο-δι-α-φυ-γή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αποφυγή επικύρωσης εισιτηρίου ή γενικότ. πληρωμής του αντιτίμου εισόδου σε κάποιο χώρο: ~ στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. ~ σε αρχαιολογικούς χώρους/μουσεία.