Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λακτόζη λα-κτό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. δισακχαρίτης του γάλακτος (σύμβ. C12H22O11), υδατοδιαλυτός σε γλυκόζη και γαλακτόζη: δυσανεξία στη ~. Διάσπαση της ~ης (βλ. λακτάση). Οπερόνιο της ~ης. Γαλακτοκομικά προϊόντα χωρίς ~ (: συνήθ. για αλλεργικούς σε αυτήν). Βλ. ζάχαρο. [< γαλλ.-αγγλ. lactose]

ζάχαρο

ζάχαροζά-χα-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άρου} 1. ΙΑΤΡ. (προφ.) η περιεκτικότητα του αίματος σε γλυκόζη, φρουκτόζη, λακτόζη: αυξημένο/υψηλό/φυσιολογικό/χαμηλό ~. Έλεγχος/επίπεδο/μείωση/μέτρηση/ρύθμιση του ~άρου. Τροφή που ανεβάζει το ~.|| (συνεκδ.) Έχει/πάσχει από ~ (= σακχαρώδη διαβήτη, είναι διαβητικός). 2. ΧΗΜ. σάκχαρο. ● ΣΥΜΠΛ.: καμπύλη ζαχάρου/σακχάρου: ΙΑΤΡ. δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη· εξέταση αίματος για τη διάγνωση του διαβήτη. [< μτγν. σάκχαρον ‘ζάχαρη’]