Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λαμπρός , ή, ό λα-μπρός επίθ. {κ. λόγ. θηλ. λαμπρά} 1. λαμπερός: ~ός: ήλιος (= ακτινοβόλος). ~ό: αστέρι/φως. Βλ. ολό-, υπέρ-λαμπρος.|| ~ό: χαμόγελο (= φωτεινό). Πβ. αστραφτερός. 2. (μτφ.) μεγαλειώδης, μεγαλοπρεπής: ~ός: εορτασμός. ~ή: βραδιά/εκδήλωση/τελετή. ~ό: μνημείο/οικοδόμημα (πβ. επιβλητικό). ~ά: εγκαίνια. ΣΥΝ. λαμπερός (2) 3. (μτφ.) διαπρεπής, εξαιρετικός: ~ός: επιστήμονας (= κορυφαίος)/νέος. ~ό: επιτελείο (ηθοποιών).|| ~ός: πολιτισμός. ~ή: καριέρα/παράδοση. ~ό: παράδειγμα (αυτοθυσίας)/παρελθόν (= ένδοξο). ~ές: σπουδές. ~ά: αποτελέσματα/κείμενα. ~ή ιδέα! Έχει ~ό μέλλον μπροστά του. ΣΥΝ. έξοχος ● ΦΡ.: ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν βλ. ιδού ● βλ. λαμπρά [< αρχ. λαμπρός]

ιδού

ιδού[ἰδού] ι-δού επιφών. (λόγ.-εμφατ.): να, δες, ορίστε· σε περιπτώσεις που επιθυμεί κάποιος να επιστήσει την προσοχή σε κάτι: ~ το ερώτημα/οι υπεύθυνοι! Δεν πρόσεξα για λίγο και ~ το αποτέλεσμα! Βλ. ιδέ. ● ΦΡ.: ιδού η Ρόδος (ιδού και το πήδημα): ως πρόκληση σε κάποιον να πραγματοποιήσει άμεσα κάτι το οποίο παρουσιάζει ως εύκολο, εφικτό., ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν & ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν (λόγ.-ειρων.): για προοπτικές δραστηριοποίησης, διάκρισης σε κάποιον τομέα: ~ ~ για τις εταιρείες που ..., ίδε/ιδού ο άνθρωπος βλ. άνθρωπος, ιδού η απορία βλ. απορία [< αρχ. ἰδού/ἰδοῦ, προστ. αορ. β’ εἶδον του ρ. ὁρῶ]

λαμπρά

λαμπράλα-μπρά επίρρ. 1. εξαιρετικά, θαυμάσια: -Πώς τα περάσατε; -~! Πβ. καταπληκτικά, υπέροχα.|| (για να δηλωθεί συμφωνία ή επικρότηση:) -Τι θα έλεγες να πηγαίναμε ένα ταξιδάκι; -~! Πβ. τέλεια. 2. με λαμπρότητα, μεγαλοπρεπώς: ~ στολισμένος ναός. Η επέτειος εορτάστηκε ~. ● βλ. λαμπρός [< μεσν. λαμπρά]

ολο- & ολό-

ολο- & ολό-& ολ- α' συνθετικό λέξεων 1. με αναφορά στο σύνολο του αντικειμένου ή της έννοιας που δηλώνει το β' συνθετικό: ολο-σέλιδος.|| Oλο-ήμερος.|| Ολο-κεραμικός. 2. (επιτατ.) με τη σημασία του εντελώς, πάρα πολύ: ολο-κάθαρος (πβ. πεντα-). Ολο-φάνερος (πβ. πασι-φανής). Ολό-γυμνος (πβ. θεό-)/~ιδιος/~ξανθος (πβ. κατά-)/~φρεσκος. Ολ-άνθιστος. Βλ. παν-.