Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λαχανοπώλης λα-χα-νο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): μανάβης. Βλ. -πώλης. [< αρχ. λαχανοπώλης]

-πώλης

-πώλης{-πωλών | σπάν. θηλ. -πώλισσα} (λόγ.): επίθημα ουσιαστικών που δηλώνει τον πωλητή, έμπορο συγκεκριμένου είδους: βενζινο~/λαχειο~/χαρτο~. Aνθο-πώλισσα.