Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λειτουργώ [λειτουργῶ] λει-τουρ-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λειτουργ-εί, -ώντας | λειτούργ-ησα, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, λόγ. μτχ. -ών, -ούσα, -ούν} 1. (για μηχανές, μηχανισμούς, όργανα) {κυρ. στο γ' πρόσ.} εκτελώ, παράγω έργο, επιτελώ ορισμένη λειτουργία· ενεργοποιώ, θέτω σε κίνηση, χειρίζομαι: Η συσκευή ~εί με ρεύμα ή μπαταρίες. Το σύστημα ~εί αποδοτικά/αυτόματα/σωστά/τέλεια. Η τηλεφωνική σύνδεση που καλείτε δεν ~εί προσωρινά για τεχνικούς λόγους. Πώς ~εί (βλ. υπερ~) η καρδιά; Πβ. δουλεύει.|| (σπάν.-προφ.) Το σύστημα το ~ εδώ κι ένα μήνα. 2. {στο γ' πρόσ.} παρέχω υπηρεσίες· αναπτύσσω δραστηριότητες προκειμένου να παράγω κάποιο έργο, να εκπληρώσω έναν σκοπό: Η βιβλιοθήκη/η γραμματεία/το γυμναστήριο ~εί καθημερινά. Το ίδρυμα άρχισε/έπαψε να ~εί το έτος ... Κανονικά ~ούν από αύριο τα σχολεία. Τα καταστήματα θα ~ήσουν (: θα είναι ανοιχτά) από τις ... ως τις ... ~ούν προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών. (επίσ.) ~ούσα: μονάδα/οικονομία. (Νομίμως) ~ούντες ραδιοσταθμοί/ΧΥΤΑ. ~ούσες: επιχειρήσεις. ~ούντα: (πανεπιστημιακά) τμήματα/φαρμακεία. 3. (προφ.) ενεργώ, συμπεριφέρομαι με ορισμένο ή κατά τον συνήθη τρόπο: ~ησες απερίσκεπτα/εγωιστικά. ~ καλύτερα σε ομάδα/υπό πίεση. Δεν μπορώ να ~ήσω κάτω από αυτές τις συνθήκες. Άτομο που ~εί με το ένστικτο/τη λογική/το συναίσθημα. Η εταιρεία ~εί με γνώμονα το κέρδος/την ποιότητα. Η άμυνα της ομάδας ~ησε σωστά. 4. επιτελώ συγκεκριμένο ρόλο: || (ΓΛΩΣΣ.) Πρόταση που ~εί ως υποκείμενο της απρόσωπης έκφρασης. 5. ΕΚΚΛΗΣ. & (προφ.) λειτουργάω: (για ιερέα) τελώ τη Θεία Λειτουργία: ~ στον ιερό ναό ... Οι ~ούντες ιερείς. Βλ. συλ~. ΣΥΝ. ιερουργώ ● Παθ.: λειτουργείται: ΕΚΚΛΗΣ. για ναό στον οποίο τελείται η Θεία Λειτουργία: Το ξωκλήσι ~ μια φορά τον χρόνο. Η εκκλησία ~ήθηκε για πρώτη φορά το ..., λειτουργούμαι & (σπάν.-προφ.) λειτουργιέμαι: πηγαίνω στη Θεία Λειτουργία: Οι προσκυνητές ~ήθηκαν (= εκκλησιάστηκαν) και μετέλαβαν. Βλ. αλειτούργητος. [< 1-4: αρχ. λειτουργῶ, γαλλ. fonctionner 5: μτγν. λειτουργῶ]

αλειτούργητος

αλειτούργητος, η, ο [ἀλειτούργητος] α-λει-τούρ-γη-τος επίθ. 1. που δεν παρακολούθησε τη Θεία Λειτουργία, δεν εκκλησιάστηκε ή δεν ευλογήθηκε: Δεν πήγε παπάς στο χωριό και οι κάτοικοι έμειναν ~οι.|| ~η: εικόνα. 2. (για ναό) που παραμένει κλειστός για πολύ καιρό, δεν λειτουργείται, που δεν εγκαινιάστηκε με Θεία Λειτουργία: ~ο κι ερειπωμένο μοναστήρι. Ο ναός έμεινε ~ μετά τον σεισμό. [< μεσν. αλειτούργητος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.