λειτουργώ [λειτουργῶ] λει-τουρ-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λειτουργ-εί, -ώντας | λειτούργ-ησα, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, λόγ. μτχ. -ών, -ούσα, -ούν} 1. (για μηχανές, μηχανισμούς, όργανα) {κυρ. στο γ' πρόσ.} εκτελώ, παράγω έργο, επιτελώ ορισμένη λειτουργία· ενεργοποιώ, θέτω σε κίνηση, χειρίζομαι: Η συσκευή ~εί με ρεύμα ή μπαταρίες. Το σύστημα ~εί αποδοτικά/αυτόματα/σωστά/τέλεια. Η τηλεφωνική σύνδεση που καλείτε δεν ~εί προσωρινά για τεχνικούς λόγους. Πώς ~εί (βλ. υπερ~) η καρδιά; Πβ. δουλεύει.|| (σπάν.-προφ.) Το σύστημα το ~ εδώ κι ένα μήνα.2. {στο γ' πρόσ.} παρέχω υπηρεσίες· αναπτύσσω δραστηριότητες προκειμένου να παράγω κάποιο έργο, να εκπληρώσω έναν σκοπό: Η βιβλιοθήκη/η γραμματεία/το γυμναστήριο ~εί καθημερινά. Το ίδρυμα άρχισε/έπαψε να ~εί το έτος ... Κανονικά ~ούν από αύριο τα σχολεία. Τα καταστήματα θα ~ήσουν (: θα είναι ανοιχτά) από τις ... ως τις ... ~ούν προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών. (επίσ.) ~ούσα: μονάδα/οικονομία. (Νομίμως) ~ούντες ραδιοσταθμοί/ΧΥΤΑ. ~ούσες: επιχειρήσεις. ~ούντα: (πανεπιστημιακά) τμήματα/φαρμακεία.3. (προφ.) ενεργώ, συμπεριφέρομαι με ορισμένο ή κατά τον συνήθη τρόπο: ~ησες απερίσκεπτα/εγωιστικά. ~ καλύτερα σε ομάδα/υπό πίεση. Δεν μπορώ να ~ήσω κάτω από αυτές τις συνθήκες. Άτομο που ~εί με το ένστικτο/τη λογική/το συναίσθημα. Η εταιρεία ~εί με γνώμονα το κέρδος/την ποιότητα. Η άμυνα της ομάδας ~ησε σωστά.4. επιτελώ συγκεκριμένο ρόλο: || (ΓΛΩΣΣ.) Πρόταση που ~εί ως υποκείμενο της απρόσωπης έκφρασης.5. ΕΚΚΛΗΣ. & (προφ.) λειτουργάω: (για ιερέα) τελώ τη Θεία Λειτουργία: ~ στον ιερό ναό ... Οι ~ούντες ιερείς. Βλ. συλ~. ΣΥΝ. ιερουργώ ● Παθ.: λειτουργείται: ΕΚΚΛΗΣ. για ναό στον οποίο τελείται η Θεία Λειτουργία: Το ξωκλήσι ~ μια φορά τον χρόνο. Η εκκλησία ~ήθηκε για πρώτη φορά το ..., λειτουργούμαι & (σπάν.-προφ.) λειτουργιέμαι: πηγαίνω στη Θεία Λειτουργία: Οι προσκυνητές ~ήθηκαν (= εκκλησιάστηκαν) και μετέλαβαν. Βλ. αλειτούργητος. [< 1-4: αρχ. λειτουργῶ, γαλλ. fonctionner 5: μτγν. λειτουργῶ]
αλειτούργητος
αλειτούργητος, η, ο [ἀλειτούργητος] α-λει-τούρ-γη-τος επίθ. 1. που δεν παρακολούθησε τη Θεία Λειτουργία, δεν εκκλησιάστηκε ή δεν ευλογήθηκε: Δεν πήγε παπάς στο χωριό και οι κάτοικοι έμειναν ~οι.|| ~η: εικόνα.2. (για ναό) που παραμένει κλειστός για πολύ καιρό, δεν λειτουργείται, που δεν εγκαινιάστηκε με Θεία Λειτουργία: ~ο κι ερειπωμένο μοναστήρι. Ο ναός έμεινε ~ μετά τον σεισμό. [< μεσν. αλειτούργητος]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.