Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λεκάνη λε-κά-νη ουσ. (θηλ.) 1. βαθύ, ανοιχτό σκεύος με στρογγυλό συνήθ. πάτο και επικλινείς πλευρές, για οικιακές κυρ. χρήσεις· κατ' επέκτ. ό,τι μοιάζει με αυτό: πλαστική ~. ~ γεμάτη νερό/για λούσιμο. Μουλιάζω/πλένω τα ρούχα σε ~. Ανακατεύετε/ρίχνετε όλα τα υλικά σε μια ~. Ποδόλουτρο σε ~.|| Η ~ του νεροχύτη/του νιπτήρα. Βλ. παγο~. 2. ΓΕΩΜΟΡΦ. μεγάλη υδάτινη περιοχή που περιβάλλεται από ξηρά ή λεκανοπέδιο: τεχνητή/φυσική/ωκεάνια ~. ~ λιμανιού/λίμνης/ποταμού. Η (θαλάσσια) ~ της Μεσογείου. 3. (σε αποχωρητήριο) ειδική κατασκευή, συνήθ. από πορσελάνη, για ούρηση και αφόδευση, η οποία μοιάζει με χωνί και συνδέεται με το αποχετευτικό σύστημα ή με βόθρο: η ~ του μπάνιου/της τουαλέτας. ~ τοίχου. Βουρτσάκι (βλ. πιγκάλ)/καπάκι ~ης. Βλ. είδη υγιεινής. 4. ΑΝΑΤ. οστέινη κοιλότητα στη βάση του κορμού: ανοιχτή/στενή/φαρδιά ~. Κάταγμα ~ης. Οι μύες/τα οστά (βλ. ανώνυμο οστό, ιερό οστό, κόκκυγας) της ~ης. Πβ. πύελος. Βλ. περιφέρεια. ● Υποκ.: λεκανάκι (το): στη σημ. 1., λεκανίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: λεκάνη απορροής & υδρολογική λεκάνη: ΓΕΩΜΟΡΦ. εδαφική έκταση στην οποία συγκεντρώνονται κατακρημνίσματα και νερά πηγών, που καταλήγουν συνήθ. σε ποταμό ή θάλασσα. [< αγγλ. drainage basin] [< αρχ. λεκάνη, γαλλ. bassin]

περιφέρεια

περιφέρειαπε-ρι-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) {περιφερειών} 1. περιοχή, γεωγραφική ενότητα, μέσα στην οποία αναπτύσσεται συγκεκριμένη δραστηριότητα και η οποία συνήθ. εμπίπτει στη δικαιοδοσία μιας Αρχής: αρχιερατική/δημοτική/δικαστική/διοικητική/εδαφική/εκκλησιαστική/εκπαιδευτική/οικονομική ~. Αγροτικές και αστικές ~ες. Η ελληνική επικράτεια διαιρείται/χωρίζεται σε πενήντα έξι εκλογικές ~ες. Βλ. υπερ~, υπο~. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (ειδικότ., κ. με κεφαλ. Π) καθεμιά από τις ενιαίες αποκεντρωμένες διοικητικές μονάδες στις οποίες υποδιαιρείται η ελληνική επικράτεια και οι οποίες έχουν δημοσιονομική αυτοτέλεια και αποτελούνται από νομούς· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη υποδιαίρεση σε άλλα κράτη: διαμερίσματα και ~ες. Οι δεκατρείς ~ες της Ελλάδας (~ Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Αττικής, Βορείου Αιγαίου, Δυτικής Ελλάδας, Δυτικής Μακεδονίας, Ηπείρου, Θεσσαλίας, Ιονίων Νήσων, Κεντρικής Μακεδονίας, Κρήτης, Νοτίου Αιγαίου, Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδας). Γενική Διεύθυνση ~ας. 3. περιοχή γύρω, έξω ή μακριά από αστικό κέντρο, κυρ. από την πρωτεύουσα· ειδικότ. ύπαιθρος, επαρχία: στην ~ της πόλης.|| Η ελληνική ~. Η ανάπτυξη/οι επιχειρήσεις/τα προβλήματα/τα σχολεία της ~ας. Πβ. απόκεντρο. 4. (μτφ.) κάτι που βρίσκεται γύρω, έξω ή μακριά από το κέντρο ή τον βασικό κορμό· ειδικότ. χώρα που βρίσκεται μακριά από το κέντρο των αποφάσεων και των εξελίξεων και συνήθ. επηρεάζεται από αυτές: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ του διαδικτύου. Βλ. περιθώριο.|| Τα ευρωπαϊκά κράτη της ~ας (: που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή πρόκειται να ενταχθούν σε αυτή). Βλ. ημι~. 5. περίμετρος: (ΓΕΩΜ.) η ~ της Γης/του τροχού.|| (κυρ. για γυναίκα) ~ μέσης/στήθους. 6. {μόνο στον εν.} (για γυναίκα) περίμετρος στο σημείο της λεκάνης και των γλουτών: Έχει μεγάλη/στενή/φαρδιά ~. Βλ. οπίσθια, ψωμάκια. 7. {συνήθ. στον πληθ.} ευρωπεριφέρεια: ενίσχυση των αναπτυξιακά καθυστερημένων/μεθοριακών/μειονεκτικών (ενν. ευρωπαϊκών) ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: μείζονες εκλογικές περιφέρειες βλ. μείζων [< αρχ. περιφέρεια, γαλλ. périphérie, αγγλ. periphery]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.