Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • λεξικογράφος λε-ξι-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γλωσσολόγος με ειδίκευση στη λεξικογραφία. Πβ. λημματογράφος. Βλ. -γράφος, λεξικολόγος. [< μτγν. λεξικογράφος, γαλλ. lexicographe, αγγλ. lexicographer]

-γραφος

-γραφος, η, ο: λεξικό επίθημα με αναφορά σε ορισμένο τρόπο γραφής: ιδιό~/ολό~.|| (ουσιαστικοπ.) Χειρό-γραφο.