Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • λεπταίνω λε-πταί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λέπτ-υνα, -ύνει, λεπταίν-οντας} & (λόγ.) λεπτύνω 1. κάνω, παρουσιάζω κάποιον ή κάτι πιο λεπτό ή γίνομαι πιο λεπτός, αδύνατος: ~υνε τη γραμμή των φρυδιών της. Το μαύρο χρώμα ~ει (ΑΝΤ. παχαίνει).|| ~υνες (= αδυνάτισες. ΑΝΤ. χοντραίνω). Η περιφέρειά της έχει ~ύνει υπερβολικά. Χτυπάτε τα φιλέτα μέχρι να ~ύνουν (: σε συνταγές). 2. κάνω κάτι πιο οξύ, πιο ψιλό: Μιμήθηκε την ομιλία της, ~οντας τη φωνή του.|| Ο ήχος ~υνε (: έγινε πιο λεπτός). [< αρχ. λεπτύνω]