Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 25 εγγραφές  [1-20]


  • λεπτό λε-πτό ουσ. (ουδ.) & (προφ.) λεφτό 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα χρόνου (σύμβ. min) ίση με το ένα εξηκοστό της ώρας ή με εξήντα δευτερόλεπτα· συνεκδ. σύντομο χρονικό διάστημα: διάρκεια ενός ~ού. Χρέωση ... ευρώ ανά/το ~. Πέντε ~ά (= πεντάλεπτο) διάλειμμα. (στην κινητή τηλεφωνία:) Δωρεάν ~ά ομιλίας. Μέσα σε δύο ~ά/εντός είκοσι ~ών. Τρία ~ά αργότερα. Πριν (από) επτά ~ά. Δεκαπέντε ~ά (= ένα τέταρτο) μετά τις δύο. Είναι τριάντα ~ά (= μισή ώρα) μακριά/με τα πόδια. Απομένουν έξι ~ά (μέχρι τη λήξη). Επιστρέφω σε δέκα ~ά (= σε ένα δεκάλεπτο). Διακόπτουμε για λίγα ~ά (: ολιγόλεπτη διακοπή). Πάλεψαν για τη νίκη μέχρι το τελευταίο ~ του αγώνα. Πβ. πρώτο.|| Τον συμπάθησα από το πρώτο ~. Θα πάρει μόνο ένα ~ (= πολύ λίγο). Ζει κάθε ~ της ζωής του. Πβ. στιγμή. 2. ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα ίση με το ένα εκατοστό του ευρώ (και παλαιότ. της δραχμής)· συνεκδ. το αντίστοιχο κέρμα: δύο/πέντε/δέκα/είκοσι/πενήντα ~ά (= δί-/πεντά-/δεκά-/εικοσά-/πενηντά-λεπτο). ΣΥΝ. ευρωλεπτό, σεντ 3. ΓΕΩΜ. μονάδα μέτρησης γωνιών, ίση με το ένα εξηκοστό της μοίρας. ● Υποκ.: λεπτάκι & λεπτούλι (το): στη σημ. 1: μισό λεπτάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερο (λεπτό): δευτερόλεπτο. ● ΦΡ.: από λεπτό σε λεπτό & από το ένα λεπτό στο άλλο (προφ.) 1. σε πολύ λίγο: Τους περιμένω ~ ~. Πβ. από τη μια στιγμή/μια μέρα στην άλλη, από ώρα σε ώρα, οσονούπω. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, όπου να 'ναι (1) 2. πολύ γρήγορα: Η κατάστασή του χειροτερεύει ~ ~. [< γαλλ. d'une minute à l'autre ] , για μισό/για ένα λεπτό (προφ.): για να εκφραστεί αντίρρηση, διαφωνία ή για να ζητηθούν διευκρινίσεις, εξηγήσεις: ~ ~ (= όπα), πότε το είπα αυτό;|| ~ ~ (= κάτσε, περίμενε, στάσου), γιατί με μπέρδεψες, τι εννοείς;, ένα/μισό λεπτό (προφ.): για να δηλωθεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα: Περίμενε ~ ~ (= λιγάκι)! Επιστρέφω σε ~ ~ (= αμέσως). Μισό ~ να κοιτάξω και θα σου πω (κ. αργκό "μισό"). ~ ~, παρακαλώ!, ενός λεπτού σιγή & μονόλεπτη/-ος σιγή & τριών λεπτών σιγή: απόδοση τιμής σε αποθανόντα συνήθ. πριν από την έναρξη επίσημης εκδήλωσης, διάρκειας ενός λεπτού ή τριών λεπτών (κυρ. στη μνήμη πολλών θυμάτων), σε σιωπηλή και όρθια στάση των παρευρισκομένων: Κράτησαν/τήρησαν ~ ~. [< γαλλ. une minute de silence] , λεπτό προς λεπτό: (συνήθ. για δημοσιογραφική κάλυψη) αναλυτική παρακολούθηση γεγονότος ή διαδικασίας την ώρα που λαμβάνει χώρα: ~ ~ η επιχείρηση απεγκλωβισμού/οι κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις/η μάχη των εκλογών., ούτε λεπτό: καθόλου, ούτε στιγμή: Δεν υπάρχει ~ ~ για χάσιμο! Δεν σταμάτησε ~ ~ να βρέχει. Θα σε περιμένω μέχρι τις τέσσερις, ~ ~ παραπάνω., στο λεπτό: αμέσως, πάρα πολύ γρήγορα: φωτογραφίες ~ ~ (πβ. της στιγμής). Ετοιμάστηκε ~ ~ (= σε κλάσμα/κλάσματα (του) δευτερολέπτου, στη στιγμή, στο άψε σβήσε/πι και φι/πιτς φιτίλι/τάκα-τάκα/τσακ μπαμ). [< γαλλ. à la minute] [< μτγν. λεπτόν 1,2: γαλλ. minute]
  • λεπτο- & λεπτό- & λεπτ- α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. αδύνατου ή αραιού: λεπτο-καμωμένος (πβ. μικρο-· ΑΝΤ. χοντρο-).|| Λεπτό-ρρευστος (ΑΝΤ. παχυ-). 2. προσεκτικού, ακριβούς, σχολαστικού: λεπτο-δουλειά. Πβ. ψιλο-.|| Λεπτό-τεχνος (ΑΝΤ. κακο-).|| Λεπτο-λόγος. 3. ευαίσθητου, εκλεπτυσμένου: λεπτ-αισθησία/~επίλεπτος.
  • λεπτοδείκτης λε-πτο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ο μεγαλύτερος από τους δείκτες ενός ρολογιού, που δείχνει τα λεπτά. Βλ. ωροδείκτης, -δείκτης. [< γερμ. Minutenzeiger]
  • λεπτοδουλειά λε-πτο-δου-λειά ουσ. (θηλ.): εργασία, συνήθ. χειρωνακτική, που απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα και χαρακτηρίζεται από προσοχή στη λεπτομέρεια και υψηλό αισθητικό αποτέλεσμα: κορνίζες και κοσμήματα με ~. Βλ. κέντημα. ΣΥΝ. ψιλοδουλειά (1) ΑΝΤ. χοντροδουλειά (2)
  • λεπτοδουλεμένος , η, ο λε-πτο-δου-λε-μέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί λεπτομερή, επιδέξια επεξεργασία και χαρακτηρίζεται, συνεπώς, από υψηλή ποιότητα: ~ο: έργο τέχνης. ~α: έπιπλα/κοσμήματα. ΣΥΝ. ψιλοδουλεμένος. ΑΝΤ. χοντροδουλεμένος.|| ~η: ταινία. ~ο: κείμενο/σενάριο. Πβ. καλοδουλεμένος.
  • λεπτοκαμωμένος , η, ο λε-πτο-κα-μω-μέ-νος επίθ.: λεπτός και συνήθ. κομψός: ~ο: κορίτσι.|| ~η: σιλουέτα. ~α: χαρακτηριστικά (ΑΝΤ. αδρά)/χέρια. Πβ. λεπτοφυής, μινιόν, ντελικάτος. ΑΝΤ. χοντροκαμωμένος (2)
  • λεπτοκαρυά λε-πτο-κα-ρυά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΒΟΤ. φουντουκιά. [< μεσν. λεπτοκαρυά]
  • λεπτοκάρυο λε-πτο-κά-ρυ-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): φουντούκι. [< μτγν. λεπτοκάρυον]
  • λεπτόκοκκος , η, ο λε-πτό-κοκ-κος επίθ.: που αποτελείται από λεπτούς, μικρούς κόκκους: (ΟΡΥΚΤ.) ~η: άμμος. ~ο: χαλίκι (= γαρμπίλι). ~α: πετρώματα (βλ. αραγωνίτης, γη διατόμων, παιπάλη, σχιστόλιθος). Πβ. ψιλός.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ο: φιλμ. ΑΝΤ. χονδρόκοκκος [< γαλλ. aux grains fins]
  • λεπτολογία λε-πτο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολικά λεπτομερής έρευνα ή εξέταση θέματος: ακαδημαϊκή/νομική ~. Πβ. ακρίβεια, σχολαστικότητα, ψείρισμα. Βλ. αυστηρότητα, -λογία. [< αρχ. λεπτολογία]
  • λεπτολόγος , ος/α, ο λε-πτο-λό-γος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από λεπτολογία: ~ και τελειομανής (στη δουλειά του). Πβ. ψείρας.|| ~ος: περιγραφή. Πβ. ακριβής, ενδελεχής, εξαντλητικός, εξονυχιστικός, λεπτομερής, σχολαστικός. Βλ. -λόγος. [< αρχ. λεπτολόγος]
  • λεπτολογώ [λεπτολογῶ] λε-πτο-λο-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λεπτολογ-εί, -ώντας}: εξετάζω ή αναλύω σχολαστικά: ~εί τα πάντα (πβ. βασαν-, κοσκιν-, ξεψαχν-, (ξε)ψειρ-ίζω, παιδεύω, υπεραναλύω). Βλ. -λογώ. [< αρχ. λεπτολογῶ]
  • λεπτομέρεια λε-πτο-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) {λεπτομερει-ών}: μεμονωμένο στοιχείο εξεταζόμενο χωριστά από το ευρύτερο σύνολο στο οποίο ανήκει: αρχιτεκτονικές (βλ. φουρούσι)/διαδικαστικές/διακοσμητικές (βλ. φινίρισμα)/κατασκευαστικές/στιλιστικές/σχεδιαστικές/τεχνικές ~ες. Έμφαση/επιμονή/προσοχή/σημασία στη ~ (βλ. λεπτοδουλειά). Η ~ κάνει τη διαφορά. Φροντίζει (μέχρι/ως) και την παραμικρή/και την τελευταία ~ (πβ. ένα προς ένα).|| Σου διαφεύγει μια μικρή (= μικρο~)/σημαντική ~. (εμφατ.) Εξετάζει τη ~ της ~ας (: λεπτολογεί). Δεν γνωρίζουμε τις ακριβείς/όλες τις ~ες του συμβάντος (πβ. καθέκαστα). Ήρθαν στο φως ανατριχιαστικές ~ες για τη δολοφονία. Αποκάλυψε πικάντικες (/γαργαλιστικές/ζουμερές/πιπεράτες) ~ες από τη ζωή του. Για περισσότερες ~ες (: πληροφορίες), επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας. Περιέγραψε με εξονυχιστικές ~ες τη μέθοδό του. Δεν αναφέρθηκε/επεκτάθηκε/προχώρησε σε ~ες.|| Απόδοση της ~ας (σε έναν πίνακα). Εικόνα εξαιρετικής/υψηλής ~ας (= ευκρίνειας). Αντίληψη της ~ας (βλ. ωχρά/ωχρή κηλίδα).|| ~ από μια τοιχογραφία. Βάζο με ανάγλυφες/τσάντα με δερμάτινες ~ες (= νότες, πινελιές).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Απόκρυψη/εμφάνιση/προβολή ~ών (ενός αρχείου).λεπτομέρειες (οι): δευτερεύοντα, επουσιώδη ζητήματα ή στοιχεία: Μην αναλώνεσαι/μην κολλάς/μην μπαίνεις/μη στέκεσαι/μην υπεισέρχεσαι σε (ασήμαντες) ~. Βλ. βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος, διυλίζει τον κώνωπα. ● ΦΡ.: με κάθε λεπτομέρεια: λεπτομερώς: Διηγήθηκε/εξήγησε ~ ~ τι είχε συμβεί. Πβ. μέχρι κεραίας, σχολαστικά. ΑΝΤ. σε γενικές γραμμές [< μτγν. λεπτομέρεια, γαλλ. détail]
  • λεπτομερειακός , ή, ό λε-πτο-με-ρει-α-κός επίθ.: λεπτομερής. ● επίρρ.: λεπτομερειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
  • λεπτομερής , ής, ές λε-πτο-με-ρής επίθ. {λεπτομερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που χαρακτηρίζεται από ή γίνεται με λεπτομέρεια: ~ής: έλεγχος (= βασανιστ-, σχολαστ-ικός, ενδελεχής)/κατάλογος (= διεξοδικός, εκτενής, εξαντλητικός). ~ής: αναζήτηση (= αναλυτική)/αναφορά/εξέταση/έρευνα (= εξονυχιστική, επισταμένη, σε βάθος)/καταγραφή/παρουσίαση/περιγραφή. ~είς: αναλύσεις/οδηγίες. ~ή: στοιχεία. ΣΥΝ. λεπτομερειακός ΑΝΤ. αδρομερής, γενικός (2), πρόχειρος (1), συνοπτικός, σύντομος (2) ● επίρρ.: λεπτομερώς [-ῶς]: με κάθε λεπτομέρεια. ΑΝΤ. ακροθιγώς [< αρχ. λεπτομερής]
  • λεπτόνιο λε-πτό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΥΣ. ΠΥΡ. κάθε ελαφρύ υποατομικό στοιχειώδες σωματίδιο (ηλεκτρόνιο, μιόνιο, σωματίδιο ταυ, νετρίνο), που δεν υπόκειται σε ισχυρές αλληλεπιδράσεις: αδρόνια και ~α. Βλ. κοσμική ακτινοβολία, φερμιόνιο. [< αγγλ. lepton, 1948, γαλλ. ~. περ. 1962]
  • λεπτόρρευστος , η, ο λε-πτόρ-ρευ-στος επίθ. & λεπτόρευστος: (για υγρό) αραιό ως προς τη σύσταση: ~ο: γαλάκτωμα/λάδι (μηχανής). Αντηλιακό με ~η υφή. Πβ. υδαρής. ΑΝΤ. παχύρρευστος, πυκνόρρευστος [< γερμ. dünnflüssig]
  • λεπτός , ή, ό λε-πτός επίθ. {λεπτότ-ερος, -ατος} 1. που έχει μικρό πάχος: ~ός: σωλήνας. ~ή: βελόνα/ζύμη/μεμβράνη/οθόνη/στρώση. (ΑΝΑΤ.) ~ό: έντερο. ~ό: σύρμα/χαρτί. ~ές: ροδέλες/ρυτίδες (ΑΝΤ. βαθιές)/φέτες. ~ά: δάχτυλα (: λεπτοκαμωμένα)/μαλλιά. Μαρκαδόρος με ~ή μύτη. Πβ. λιανός. Βλ. υπέρλεπτος.|| ~ή: μέση/σιλουέτα (= λεπτεπίλεπτη). ~ό: σώμα. Πβ. λεπτοφυής, ντελικάτος.|| ~ή: άμμος (= λεπτόκοκκη)/ζάχαρη. ΣΥΝ. ψιλός.|| (για υγρά:) ~ό: λάδι μηχανής (= λεπτόρρευστο).|| (για υφάσματα:) ~ό: μετάξι (= φίνο). Πβ. αραιός, αραχνοΰφαντος.|| (για πρόσ., ΑΝΤ. παχύς) Ψηλή και ~ή (= ψηλόλιγνη). ΣΥΝ. αδύνατος. Πβ. ισχνός, κοκαλιάρης, λιγνός, λιπόσαρκος, ξερακιανός. ΑΝΤ. χοντρός (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από διακριτικότητα, ευγένεια, καλλιέργεια: ~ός: άνθρωπος. Πβ. ευγενικός.|| ~ή: γοητεία/χειρονομία. ~ό: γούστο/χιούμορ (ΑΝΤ. χοντρό). ~οί: τρόποι (= αβροί, σικ). ~ά: αισθήματα (πβ. αγνά). Με ~ατες, σχεδόν αέρινες κινήσεις. Πβ. κομψός. 3. (μτφ.) που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή· κατ' επέκτ. ευπαθής, ευπρόσβλητος, εύθραυστος: ~ή: εγχείρηση/εργασία. ~ό: ζήτημα/θέμα (πβ. ευαίσθητο). Είναι ~ή η θέση μου. Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε ~ό (: κρίσιμο) σημείο. Πρόβλημα που απαιτεί ~ατους χειρισμούς (: πολύ επιδέξιους, προσεκτικούς).|| ~ή η ισορροπία στις σχέσεις των δύο χωρών (πβ. επισφαλής, οριακή). 4. (μτφ.) για κάτι που το διακρίνει η προσοχή στη λεπτομέρεια, η δεξιοτεχνία, η υψηλή αισθητική: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: επεξεργασία. ~ές: εργασίες. Πβ. λεπτεπίλεπτος, φινετσάτος. 5. (μτφ.) που δεν είναι δυνατός, οξύς, έντονος: ~ός: ήχος (= απαλός).|| ~ή: γεύση/μυρωδιά. ~ό: άρωμα (= ελαφρύ). ΑΝΤ. βαρύς. 6. (μτφ.) που έχει υψηλή συχνότητα: ~ή: φωνούλα (= ψιλή). Πβ. οξύς. ΑΝΤ. βαρύς (9), χοντρός (3) 7. (μτφ.) που μόλις γίνεται αντιληπτός: ~ός: διαχωρισμός. ~ή: διάκριση/διαφορά/ειρωνεία. ~ές: αποχρώσεις. Πβ. δυσδιάκριτος. 8. (μτφ.) ευαίσθητος, ακριβής: ~ός: μηχανισμός. ~ά: όργανα.|| (για αισθήσεις) Ιχνηλάτης με πολύ ~ή όσφρηση (= οξεία). ● Υποκ.: λεπτούλης , α, ικο & λεπτούλικος, η, ο & λεπτούτσικος, η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: λεπτή γραμμή βλ. γραμμή, λεπτή υφή βλ. υφή, λεπτό υμένιο βλ. υμένιο ● ΦΡ.: κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή βλ. κλωστή [< αρχ. λεπτός]
  • λεπτόσπειρα λε-πτό-σπει-ρα ουσ. (θηλ.) & λεπτοσπείρα: ΒΙΟΛ. βακτήριο (επιστ. ονομασ. Leptospira interrogans) που προκαλεί τη λεπτοσπείρωση. Βλ. σπειροχαίτη. [<γαλλ. leptospire, 1945, αγγλ. leptospire, 1952]
  • λεπτοσπείρωση λε-πτο-σπεί-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ζωοανθρωπονόσος που προκαλείται από τη λεπτόσπειρα: ~ από τρωκτικά/του σκύλου. Το εμβόλιο/τα συμπτώματα της ~ης. ΣΥΝ. νόσος του Weil [< αγγλ. leptospirosis, περ. 1926, γαλλ. leptospirose, 1937]

αραγωνίτης

αραγωνίτης[ἀραγωνίτης] α-ρα-γω-νί-της ουσ. (αρσ.) & αραγονίτης: ΟΡΥΚΤ. ορυκτό ανθρακικό ασβέστιο που συναντάται σε μορφή κρυστάλλων: λεπτόκοκκος ~. Βλ. ασβεστίτης, -ίτης2. [< γαλλ.-αγγλ. aragonite]

αυστηρότητα

αυστηρότητα[αὐστηρότητα] αυ-στη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. απουσία επιείκειας, ανελαστικότητα, σκληρότητα: ~ του νόμου. Κρίθηκε/τιμωρήθηκε με ~. Δείχνω/επιδεικνύω (υπερβολική) ~. ΑΝΤ. ελαστικότητα (2), χαλαρότητα 2. εγκράτεια, συμπεριφορά χωρίς παρεκκλίσεις: ~ των ηθών (βλ. πουριταν-, συντηρητ-ισμός). 3. σαφήνεια, ακρίβεια, σχολαστικότητα: επιστημονική/μαθηματική ~. Η ~ της ανάλυσης/της ερμηνείας. Οι κανόνες τηρούνται με ~. Βλ. λεπτολογία. 4. απλότητα, λιτότητα: ~ στη γλώσσα/στην έκφραση/στο ύφος (βλ. λακωνικότητα). Η ~ του δωρικού ρυθμού. Βλ. -ότητα. [< αρχ. αὐστηρότης, γαλλ. sévérité]

γραμμή

γραμμήγραμ-μή ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των διαδοχικών θέσεων ενός σημείου που κινείται στον χώρο, συνεχές και συνήθ. μακρόστενο ίχνος ή όριο (ορατό ή νοητό): (ΓΕΩΜ.) διαγώνια/διακεκομμένη/διπλή/ευθεία (βλ. ευθυγραμμία)/κάθετη/καμπύλη/κατακόρυφη/μονή/οριζόντια/τεθλασμένη ~. Ισοϋψείς/παράλληλες ~ές. Σημείο τομής δύο ~ών. Τραβώ/χαράσσω μια ~.|| Η ~ του αιγιαλού/ισημερινού/ορίζοντα/των συνόρων. Οριοθετική ~.|| (ΑΘΛ.) ~ εκκίνησης/τερματισμού. Η μπάλα πέρασε τη ~ (του) τέρματος.|| Οι ~ές του πενταγράμμου/τετραδίου. Διάστημα μεταξύ δύο ~ών (= διάστιχο). Έγραψα πέντε ~ές (= αράδες). Έλεγξα το κείμενο ~ προς ~. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές (: αυτά τα λόγια). || ~ κορμού. Οι ~ές του τραμ/του τρένου (= ράγες).|| Οι ~ές του προσώπου (βλ. ρυτίδες)/χεριού. Η ~ της ζωής/καρδιάς/τύχης (βλ. χειρομαντεία).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ διευθύνσεων/εντολών/εργαλείων/εργασιών/σάρωσης. (ΤΕΧΝΟΛ.) Εκτυπωτές ~ής.|| (ΝΑΥΤ.) ~ φορτώσεως (: καθορίζει τη μέγιστη επιτρεπόμενη βύθιση του πλοίου). 2. (ειδικότ.) το περίγραμμα αντικειμένου ή σώματος· σχήμα, φόρμα: οι ~ές του αυτοκινήτου/βουνού/κτιρίου/τοπίου. Αδρές/έντονες/λεπτές ~ές προσώπου (= χαρακτηριστικά). Έχει ωραίες ~ές (: είναι καλλίγραμμη. ΣΥΝ. σιλουέτα).|| Αρμονία των ~ών. Ρούχο σε ίσια/σπορ/στενή/φαρδιά ~. Σαλόνι σε μοντέρνα/κλασική ~. Η σύγχρονη αισθητική επιβάλλει απλές/καθαρές/λιτές ~ές. 3. πραγματικό ή νοητό μέσο σύνδεσης, μεταφοράς και η αντίστοιχη υπηρεσία: (ΤΗΛΕΠ.) επίγεια/υποθαλάσσια ~. Απευθείας/δεύτερη ~. ~ές τηλεφώνου. ~ ίντερνετ/μετάδοσης (: δεδομένων, σημάτων). Αναβάθμιση/αριθμός/ενεργοποίηση/ενισχυτής/κατάργηση/παροχή ~ής. Οι ~ές είναι εκτός λειτουργίας. Η ~ είναι κατειλημμένη (: το τηλέφωνο μιλάει).|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ ηλεκτρικού ρεύματος. ~ές υψηλής τάσης.|| Εμπορική/επιδοτούμενη/λεωφορειακή/ταχυδρομική/υπέργεια/υπόγεια ~. Η ~ του Ηλεκτρικού/μετρό. Ανακαίνιση/επέκταση/οι σταθμοί (της) ~ής. ~ές πλοίων/ακτοπλοϊκές ~ές. Αστικές ~ές ΚΤΕΛ. ~ές εξωτερικού/εσωτερικού. Οχηματαγωγά δρομολογημένα στη ~ των Κυκλάδων/σε τακτική ~. Ταξίδεψε με το αεροπλάνο/λεωφορείο/πλοίο της ~ής. Άλλαξα ~ και προορισμό. 4. (μτφ.) γενική κατεύθυνση, πορεία ή οδηγία που πρέπει να ακολουθηθεί, ώστε να επιτευχθεί ορισμένος στόχος: ενιαία/ιδεολογική/κατευθυντήρια/κομματική/πολιτική ~. Καθορίζει τη ~ της εφημερίδας/κυβέρνησης. Κράτησε την ίδια ~. Την τελευταία στιγμή άλλαξε ~. Η ~ δράσης στοχεύει στην οικονομική ανάπτυξη. Επικράτησε η ~ των μετριοπαθών. Δόθηκε/έπεσε ~ να καταψηφιστεί η υποψηφιότητά του. Πβ. ντιρεκτίβα. 5. ευθυγραμμισμένη σειρά ή διάταξη προσώπων, πραγμάτων, στοιχείων: οχυρωματική ~. ~ βολής/διαδοχής/κρούσης/μάχης/προέλασης. Οι ~ές άμυνας του εχθρού. Βάζω κάποιον/κάτι στη ~.|| Λεωφόροι με ~ές δέντρων (= δεντροστοιχίες). Τα στοιχεία ενός πίνακα οργανώνονται σε ~ές και στήλες (: οριζοντίως και καθέτως).|| (μτφ.) Προσχώρησε στις ~ές του κόμματος/της οργάνωσης.|| Χρονική ~ γεγονότων (πβ. διαδοχή). 6. (ως επίρρ.) κατευθείαν, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις ή στη σειρά: Έφυγε/τράβηξε ~ για το γραφείο. ● Υποκ.: γραμμούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: άγονη γραμμή: ακτοπλοϊκή (ή σπανιότ. συγκοινωνιακή) γραμμή με μικρή επιβατική κίνηση και συνεκδ. τα νησιά που εξυπηρετούνται από αυτή ή ο αντίστοιχος γεωγραφικός χώρος: τα δρομολόγια της ~ης ~ής. Το πλοίο εξυπηρετεί/καλύπτει την ~ ~., αεροπορική γραμμή {συνηθέστ. στον πληθ.}: αερογραμμή., ανοιχτή γραμμή (επικοινωνίας): που επιτρέπει την απευθείας πληροφόρηση ή συνεννόηση: Λειτουργεί ~ ~ βοήθειας/εξυπηρέτησης/(υπο)στήριξης (: για τηλεφωνική υπηρεσία). ~ ~ επικοινωνίας μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων. Βρισκόμαστε σε ~ ~ με τον πρωθυπουργό για ... [< αγγλ. open line] , άσπρη/λευκή γραμμή 1. λωρίδα στο οδόστρωμα που διαχωρίζει τα ρεύματα κυκλοφορίας. 2. ΑΝΑΤ. ινώδης περιοχή της κοιλιακής χώρας κάτω από τον ομφαλό και μέχρι το τριχωτό του εφηβαίου που σχηματίζεται από τις προσφύσεις των πλάγιων κοιλιακών μυών., γραμμές (του) τέρματος: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) οι δύο μικρότερες γραμμές (πλάτους) των εξωτερικών ορίων αγωνιστικού χώρου. Βλ. πλάγια γραμμή., γραμμή επαφής (με αιώρηση αλυσοειδούς): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα για την τροφοδοσία τρένων, τρόλεϊ και τραμ με ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο αποτελείται από τους αγωγούς επαφής, τα φέροντα καλώδια, τους αναρτήρες και όλα τα εξαρτήματα που τοποθετούνται μεταξύ των αγωγών και των μονωτήρων. Βλ. αλυσοειδής (ανάρτηση)., γραμμή μεταφοράς 1. ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο αγωγών ή καλωδίων για τη μεταφορά ενέργειας ή σήματος: εναέρια ~ ~ ρεύματος μέσης/υψηλής τάσης. 2. υπηρεσία που εξυπηρετεί τις μετακινήσεις: ~ ~ εμπορευμάτων/επιβατών. [< αγγλ. transmission line] , γραμμή παραγωγής ΟΙΚΟΝ. 1. σύστημα με συγχρονισμένες λειτουργίες που χρησιμοποιείται σε παραγωγική μονάδα: αυτοματοποιημένη/ολοκληρωμένη ~ ~. Πβ. αλυσίδα παραγωγής. 2. & γραμμή προϊόντος: ομάδα προϊόντων που ανήκουν στο ίδιο είδος. [< αγγλ. production line, 1935] , γραμμή συναρμολόγησης: σύστημα με συγχρονισμένες λειτουργίες που χρησιμοποιείται σε βιομηχανική μονάδα, όπου μηχανές και εξαρτήματα τοποθετούνται στη σειρά για τη συναρμολόγηση του τελικού προϊόντος: κινούμενη ~ ~. ~ ~ αυτοκινήτων/κινητήρων. [< αγγλ. assembly line] , διαχωριστική γραμμή: οτιδήποτε διαχωρίζει· όριο: φυσική ~ ~. Παραβίασε τη ~ ~ και πήρε κλήση.|| (μτφ.) ~ ~ μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Δυσκολεύεται να τραβήξει μια ~ ~ ανάμεσα στην οικογένεια και το επάγγελμα. [< γαλλ. ligne disjonctive] , επίσημη γραμμή: οι κατευθυντήριες και δεσμευτικές θέσεις ενός φορέα απέναντι σε ένα θέμα: Ακολουθεί την/διαφοροποιήθηκε από την ~ ~ του κόμματος. [< αγγλ. official line, 1974] , η γραμμή του τρίποντου/των 6,75: ΑΘΛ. (στο ευρωπαϊκό μπάσκετ) το όριο πέρα από το οποίο επιχειρείται σουτ τριών πόντων: Ευστόχησε/σκόραρε από τη ~ ~ (: πέτυχε τρίποντο)., κίτρινη γραμμή: που έχει σχεδιαστεί στο οδόστρωμα, παράλληλα με το κράσπεδο του πεζοδρομίου, για την απαγόρευση της στάσης και της στάθμευσης., κόκκινη γραμμή 1. & θερμή γραμμή: ειδική και αποκλειστική γραμμή άμεσης επικοινωνίας για ανταλλαγή στρατιωτικών, πολιτικών πληροφοριών, κυρ. μεταξύ αρχηγών κρατών: ~ (τηλεφωνική) ~ λειτούργησε χθες στον Λευκό Οίκο. ~ ~ μεταξύ των αεροπορικών στρατηγείων. Πβ. κόκκινο/πορτοκαλί τηλέφωνο. 2. όριο, κρίσιμο σημείο που δεν επιτρέπεται να το υπερβεί κάποιος: Πέρασαν την ~ ~ που έχει οριοθετήσει η διεθνής κοινότητα. [< 1: αγγλ. hot line, 1955 2: αγγλ. red line, 1952] , λεπτή γραμμή (μτφ.): οριακό, διαχωριστικό σημείο: ~ ~ ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος. Η ~ ~ που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο., μελωδική γραμμή: ΜΟΥΣ. μελωδία: αντιστικτική/απλή/κύρια/ρυθμική ~ ~. Η ανιούσα ~ ~ των μπάσων., πλευρική γραμμή: ΖΩΟΛ. αισθητήριο όργανο ψαριών και αμφιβίων που ανιχνεύει την οποιαδήποτε κίνηση στο νερό. [< γαλλ. ligne latérale ] , πράσινη γραμμή: & γραμμή Αττίλα: το προστατευόμενο από τον ΟΗΕ όριο που χωρίζει την Κύπρο σε ελεύθερα (νότιο τμήμα) και κατεχόμενα (βόρειο τμήμα) εδάφη. [< αγγλ. green line] , πρώτη γραμμή 1. το πεδίο όπου μαίνεται ο πόλεμος, το μέτωπο· (συχνότ. κατ' επέκτ.) κάθε εμπροσθοφυλακή, πρωτοπορία: Πολέμησε στην ~ ~.|| Στην ~ ~ των μεταρρυθμίσεων. Ήταν πάντα παρών στην ~ ~ των λαϊκών αγώνων. 2. επίκεντρο: στην ~ ~ του ενδιαφέροντος/των εξελίξεων/της επικαιρότητας., πρώτης γραμμής (μτφ.): άριστης ποιότητας· πολύ μεγάλης αξίας, σημασίας: τεχνολογία/υπηρεσίες/φάρμακα ~ ~.|| Στόχος ~ ~ (= πρώτης προτεραιότητας). Στέλεχος ~ ~ (= βασικό, κορυφαίο). ΣΥΝ. πρώτης τάξεως/τάξης, σιδηροδρομική γραμμή: δύο σταθερά συνδεδεμένες παράλληλες ράγες πάνω στις οποίες κινούνται τα οχήματα του σιδηρόδρομου και κατ' επέκτ. η διαδρομή που εξυπηρετούν: ~ ~ υψηλών ταχυτήτων. [< γαλλ. voie ferrée/ferroviaire] , σκληρή γραμμή (μτφ.): τακτική αντιπαράθεσης χωρίς υποχωρήσεις: Η κυβέρνηση ακολουθεί ~ ~ στο θέμα της διαφθοράς. [< αγγλ. hard line, 1962] , τηλεφωνική γραμμή: ΤΗΛΕΠ. καλωδίωση που έχει ορισμένο αριθμό και μεταφέρει τηλεφωνικά σήματα συνδέοντας περιοχές: αναλογική/εσωτερική/συμβουλευτική/ψηφιακή ~ ~., αμυντική γραμμή βλ. αμυντικός, Ασύμμετρη Ψηφιακή Συνδρομητική Γραμμή βλ. ασύμμετρος, γραμμή (του) πυρός βλ. πυρ, γραμμή άλφα βλ. άλφα, γραμμή του μετώπου βλ. μέτωπο, γραμμή/πορεία πλεύσης βλ. πλεύση, επιθετική γραμμή βλ. επιθετικός, ηλεκτρικές γραμμές βλ. ηλεκτρικός, ίσαλος (γραμμή) βλ. ίσαλος, μεσαία γραμμή βλ. μεσαίος, μισθωμένη γραμμή βλ. μισθώνω, οικοδομική γραμμή/γραμμή δόμησης βλ. οικοδομικός, οροθετική γραμμή βλ. οροθετικός1, πλάγια γραμμή βλ. πλάγιος, ροζ τηλέφωνα βλ. ροζ, ρυμοτομική γραμμή βλ. ρυμοτομικός ● ΦΡ.: διαβάζω ανάμεσα στις/πίσω (/κάτω/μέσα) από τις γραμμές (/αράδες): ανακαλύπτω μια σημασία ή έναν σκοπό που δεν εκφράζεται ρητά σε ένα κείμενο, μαντεύω τα υπονοούμενα: Μπορεί και ~ει ~. [< γαλλ. lire entre des lignes] , διατηρώ τη γραμμή μου: παραμένω κομψός και αδύνατος: Ασκείται καθημερινά, για να ~εί ~ της., εκτός γραμμής 1. για κάποιον που δεν ακολουθεί τη γενική κατεύθυνση του συνόλου ή της ομάδας όπου ανήκει: Βουλευτής που βρίσκεται ~ ~ του κόμματος (= αποκλίνει). 2. ΠΛΗΡΟΦ. για περιφερειακή συσκευή που δεν ελέγχεται προσωρινά από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας ή δεν επικοινωνεί με αυτή. [< 2: αγγλ. off-line, 1950] , κατευθείαν γραμμή: (για συγγένεια) που ενώνει πατέρα, γιο ή κόρη, εγγονό ή εγγονή., κόπηκε/έπεσε η γραμμή (προφ.): διακόπηκε η τηλεφωνική επικοινωνία: Ξαφνικά, εκεί που μιλάγαμε, ~ ~., μπαίνω στη γραμμή 1. τοποθετούμαι σε σειρά δίπλα σε άλλους ή πίσω τους: Μπήκαν ~ ~, για να σερβιριστούν. Πβ. μπαίνω στη/σε σειρά. 2. παρεμβάλλομαι (σε τηλεφωνική επικοινωνία): Δεν σ' ακούω, μάλλον κάποιος μπήκε ~ ~. 3. (για μεταφορικό μέσο) εντάσσομαι σε δρομολόγιο: Το πλοίο μπήκε ~ ~ των Κυκλάδων., παίρνω γραμμή (συχνά αρνητ. συνυποδ.): λαμβάνω κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο χειρισμού μιας κατάστασης: ~ ~ από την κυβέρνηση. Πήρε ~ από το κόμμα και άλλαξε στάση., παίρνω κάποιον/κάτι γραμμή (νεαν. αργκό): αντιλαμβάνομαι, παίρνω είδηση, χαμπάρι: Δεν πήρε ~ τίποτα. Μας πήρε ~ κι έβαλε τις φωνές., πιάνω γραμμή (προφ.): καταφέρνω να επικοινωνήσω τηλεφωνικά με κάποιον: Δεν μπορώ/προσπαθώ να ~σω ~., σε γενικές γραμμές & σε αδρές/χοντρές γραμμές: γενικά, χωρίς λεπτομέρειες, χοντρικά: Περιέγραψε τις νέες πρακτικές ~ ~. Δίνει/σκιαγραφεί με/σε ~ ~ το ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Πβ. μέσες άκρες, κατά προσέγγιση, πάνω κάτω, περίπου. ΣΥΝ. σε γενικά πλαίσια, (συγγενείς/συγγένεια) σε πλάγια γραμμή/εκ πλαγίου βλ. πλάγιος, έσπασαν/άναψαν τα τηλέφωνα/οι γραμμές βλ. τηλέφωνο, σε ευθεία γραμμή βλ. ευθύς [< αρχ. γραμμή, γαλλ. ligne, αγγλ. line, γερμ. Linie]

κέντημα

κέντημακέ-ντη-μα ουσ. (ουδ.) {κεντήμ-ατος | -ατα} 1. δημιουργία διακοσμητικών σχεδίων σε ύφασμα με τη χρήση βελόνας και κλωστών· συνεκδ. το αντίστοιχο εργόχειρο ή σχέδιο: Ασχολείται με το ~. Πβ. κεντητική. Βλ. βελονάκι, πλέξιμο, ράψιμο, υφαντική.|| Παραδοσιακά/χειροποίητα ~ατα. ~ μηχανής. Βλ. δαντέλα, υφαντό.|| Μπλούζα/τσάντα με ~ατα (= κεντίδια). Βλ. χρυσο~. 2. ΓΕΩΠ. χάραγμα του φλοιού μαστιχόδεντρου για τη συλλογή της μαστίχας και (συνεκδ. στον πληθ.) οι τομές που γίνονται για τον σκοπό αυτό. Πβ. κεντιά. 3. (μτφ.) εντυπωσιακό δημιούργημα που απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα και τέχνη: δουλειά-~. Όμορφο κάδρο, σωστό ~. Βλ. λεπτοδουλειά, ποίηση. 4. ΜΟΥΣ. χαρακτήρας ποσότητας της βυζαντινής σημειογραφίας που συμβολίζει το ανέβασμα της μελωδίας κατά δύο φθόγγους. Βλ. ολίγον, πεταστή. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκαρίτικο κέντημα βλ. λευκαρίτικος [< αρχ. κέντημα ‘πληγή, τρύπημα, βελονιά (στο πλέξιμο καλαθιών’]

κλωστή

κλωστήκλω-στή ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο από υφαντουργικές ίνες ενωμένες με στρίψιμο, ώστε να δημιουργούν έναν μακρόστενο και λεπτό σχηματισμό· νήμα: άσπρη/βαμβακερή/μάλλινη/μεταξωτή (πβ. μπρισίμι)/νάιλον/συνθετική (πβ. ρεγιόν)/χοντρή/χρυσή/χρωματιστή/ψιλή ~. ~ές κεντήματος (= ~ές για κέντημα)/πλεξίματος/ραφής (= ~ές ραψίματος). Καρούλια ~ών. Δένω/κόβω/τυλίγω την ~. Περνώ την ~ στη βελόνα. Πβ. μίτος. Βλ. κουβάρι, στημόνι. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει το αντίστοιχο σχήμα και μορφή: Καθαρίζω τις ~ές (= ίνες) από τα φασολάκια. ● Υποκ.: κλωστίτσα, κλωστούλα (η) ● ΦΡ.: κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή (μτφ.): βρίσκεται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση: Η ζωή/το μέλλον τους ~ ~. Πβ. βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί, στο χείλος του γκρεμού. ΣΥΝ. κρέμεται από μια τρίχα [< μεσν. κλωστή]

-λόγος

-λόγοςεπίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό επιστήμονα ή επαγγελματία: (o/η) αρχαιο~/αστικο~/βιο~/θεο~/παθο~. Εκλογο~.|| Ηλεκτρο~. Βλ. -γράφος. 2. πρόσωπο που συνηθίζει να τοποθετείται ή να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο: (αρνητ. συνυποδ.) καταστροφο~/κινδυνο~.|| Ευφυο~. Καυχησιο~/λασπο~/χυδαιο~. 3. (σπάν.) άτομο που συλλέγει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: ανθο~/σταχυο~. 4. (σπανιότ.-μόνο στο αρσ.) εργαλείο: βιδο~.

-λογώ

-λογώ{παθ. -ούμαι κ. (προφ.) -ιέμαι} επίθημα ρημάτων με τη σημασία του 1. μιλώ, εκφράζομαι, κρίνω: δευτερο-λογώ/μελλοντο~/μονο~.|| Ακριβο-λογώ/αοριστο~/γενικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αισχρο-λογώ/θριαμβο~/κακο~/πολυ~.|| Aξιο-λογώ/πιθανο~. 2. αποδίδω, (καθ)ορίζω: χρησμο-λογώ (πβ. -δοτώ).|| Bαθμο-λογώ/δασμο~/κοστο~/τιμο~/φορο~. 3. μαζεύω, συλλέγω, συγκεντρώνω: κορφο-λογώ.|| Ανθο-λογώ/σταχυο~.|| Ναυτο-λογώ/στρατο~. 4. (προφ.) κάνω κάτι με ένταση ή διάρκεια, έχω μια συνήθεια: τραβο-λογώ/χαζο~/χαϊδο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Μπεκρο-λογώ.

σπειροχαίτη

σπειροχαίτησπει-ρο-χαί-τη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος gram αρνητικών βακτηρίων (τάξη Spirochaetales) με χαρακτηριστική σπειροειδή μορφή, τα οποία είναι παθογόνα στους ανθρώπους και τα ζώα: ωχρά ~ (επιστ. ονομασ. Treponema pallidum = σύφιλη). Βλ. λεπτόσπειρα, τρεπόνημα. [< γαλλ. spirochète, αγγλ. spirochete]

υμένιο

υμένιο[ὑμένιο] υ-μέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {υμενί-ου} 1. (λόγ.) συνθετική μεμβράνη: διαφανές ~. Δισκίο επικαλυμμένο με ~. Πβ. φιλμ. 2. ΒΟΤ. στρώμα του καρπού των μυκήτων που φέρει τους σπόρους. ● ΣΥΜΠΛ.: λεπτό υμένιο: ΤΕΧΝΟΛ. πολύ λεπτό στρώμα υλικού το οποίο τοποθετείται πάνω σε μεταλλική, κεραμική, γυάλινη, πλαστική επιφάνεια ή σε ημιαγωγό: φωτοβολταϊκά ~ού ~ου. [< αγγλ. thin film, 1944] [< πβ. αρχ. ὑμένιον ‘μικρή μεμβράνη’]

υπέρλεπτος

υπέρλεπτος, η, ο [ὑπέρλεπτος] υ-πέρ-λε-πτος επίθ. (επιτατ.): πολύ λεπτός: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ες: τηλεοράσεις.|| (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) ~η: υφή φάσματος (: διαχωρισμός φασματικών γραμμών σε πολλές επιμέρους και πολύ κοντινές μεταξύ τους γραμμές).|| (ΧΗΜ.) ~α: σωματίδια. [< αγγλ. hyperfine, 1926]

υφή

υφή[ὑφή] υ-φή ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος πλέξης των ινών ενός υφάσματος: πυκνή ~. Πβ. ύφανση. 2. τρόπος διάταξης των μορίων ενός σώματος ή των κυττάρων ενός οργανισμού, σύσταση: ~ του ξύλου/χαρτιού. ~ του εδάφους/των πετρωμάτων.|| ~ του δέρματος. 3. αίσθηση που προκαλείται μέσω της αφής ή της γεύσης: απαλή/βελούδινη/κρεμώδης/τραχιά ~. Τρόφιμα με κολλώδη ~. Μαλλιά με άγρια ~.|| Ινώδης/μαστιχωτή ~. 4. (μτφ.) τρόπος σύνθεσης ενός λογοτεχνικού κυρ. κειμένου· γενικότ. τρόπος διάρθρωσης των επιμέρους στοιχείων ενός συνόλου, που του προσδίδουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του: ~ του λόγου/μυθιστορήματος. ~ της ιστορίας/πλοκής.|| ~ της γνώσης/των ονείρων. ● ΣΥΜΠΛ.: λεπτή υφή: ΦΥΣ. ΠΥΡ. (στη φασματοσκοπία) διαχωρισμός μιας φασματικής γραμμής σε δύο ή περισσότερες σχεδόν όμοιες επιμέρους γραμμές, οι οποίες γίνονται ορατές μόνο με τεχνική υψηλής ανάλυσης: σταθερά ~ής ~ής (: μετρά τη δύναμη με την οποία αλληλεπιδρούν τα υποατομικά σωματίδια). Βλ. υπέρλεπτος. [< αγγλ. fine structure, 1935] [< αρχ. ὑφή ‘ύφασμα, ιστός αράχνης’, γαλλ. texture]

ωροδείκτης

ωροδείκτης[ὡροδείκτης] ω-ρο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ο μικρότερος από τους δείκτες ενός ρολογιού, ο οποίος δείχνει τις ώρες. Βλ. -δείκτης, λεπτοδείκτης. [< γερμ. Stundenzeiger]