λευκαίνω λευ-καί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λεύκ-ανε, -άνει, -άνθηκε, -ανθεί, λευκαίν-οντας, λευκ-ασμένος}: κάνω κάτι (πιο) λευκό, αστραφτερό ή φωτεινό: Προϊόν που καθαρίζει και ~ει τα δόντια/την επιδερμίδα/τα ρούχα. Χαρτί που δεν έχει ~ανθεί με χλώριο. ~ασμένος: χημικός (χαρτο)πολτός. ~ασμένο: ρύζι. ~ασμένα: υφάσματα. Πβ. ασπρίζω. Βλ. αποχρωματίζω, δια~. ● λευκαίνει: γίνεται λευκός. [< αρχ. λευκαίνω]
αποχρωματίζω
αποχρωματίζω[ἀποχρωματίζω] α-πο-χρω-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αποχρωμάτι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, αποχρωματίζ-οντας, αποχρωματι-σμένος} 1. αφαιρώ ή αλλάζω το χρώμα σε κάτι, συνήθ. με χημικές μεθόδους ή ως αρνητικό, παθολογικό σύμπτωμα: ~ ένα διάλυμα (με λεύκανση). Το κάπνισμα ~ει (= κιτρινίζει) τα δόντια. Αποχρωστικά που ~ουν την τρίχα. Δείγμα ~σμένο με άνθρακα. ~σμένα: μαλλιά (βλ. ντεκαπάζ). Πβ. ξασπρίζω, ξεβάφω, ξεθωριάζω.2. (σπάν.-μτφ.) αναιρώ το ιδιαίτερο γνώρισμα που έχει δοθεί σε κάτι: κοινωνία πολιτικά ~σμένη. [< γαλλ. décolorer]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.