Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • λεωφορείο [λεωφορεῖο] λε-ω-φο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): μεγάλο πολυθέσιο τροχοφόρο όχημα που αποτελεί μέσο (μαζικής) μεταφοράς: αστικό (βλ. ΟΑΣΑ, ΟΑΣΘ)/δημοτικό/διώροφο/εξπρές/ιδιωτικό/μίνι (= μίνι μπας)/σχολικό (: μεταφέρει μαθητές)/τοπικό ~. Ηλεκτροκίνητα (πβ. τρόλεϊ· βλ. ΗΛΠΑΠ)/θερμικά (: μπλε ή πράσινα ~α· λειτουργούν με φυσικό αέριο· βλ. Ε.ΘΕ.Λ.)/τουριστικά ή εκδρομικά (πβ. πούλμαν)/υπεραστικά (βλ. ΚΤΕΛ) ~α. Αρθρωτά/διπλά ~α ή ~α-φυσαρμόνικες (πβ. νταλίκα). ~ της γραμμής. ~ για το αεροδρόμιο/κέντρο. Τα καθίσματα/οι χειρολαβές του ~ου. Στάση ~ου. Αφετηρία/δίκτυο/δρομολόγια/εισιτήρια (βλ. ελεγκτής)/τέρμα ~ων. Το ~ καθυστέρησε/ήταν φίσκα (βλ. σαρδελοκούτι). Ποιο ~ παίρνεις; Ανεβαίνω στο/αποβιβάζομαι από το ~. Έχασα (: δεν πρόλαβα)/περιμένω το ~. Πηγαίνω στη δουλειά με το ~. ● Υποκ.: λεωφορειάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημικό λεωφορείο: ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. αεροσκάφος που μεταφέρει πλήρωμα (αστροναύτες) και ωφέλιμο φορτίο από και προς τον διαστημικό σταθμό. Βλ. διαστημόπλοιο. [< αγγλ. space shuttle, 1950] [< γαλλ. omnibus]
  • λεωφορειολωρίδα λε-ω-φο-ρει-ο-λω-ρί-δα ουσ. (θηλ.) & λεωφορειόδρομος (ο): λωρίδα στο δεξί τμήμα του οδοστρώματος, στην οποία, σύμφωνα με τον ΚΟΚ, έχουν αποκλειστική πρόσβαση τα αστικά λεωφορεία και τα τρόλεϊ: ~ αντίθετης ροής. Πρόστιμο για παραβίαση ~ας. [< αγγλ. bus lane, 1966]

διαστημόπλοιο

διαστημόπλοιοδι-α-στη-μό-πλοι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -οίου}: ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. σκάφος για διαστημικά ταξίδια: επανδρωμένο ~. Αποστολή/εκτόξευση ~ου στη Σελήνη. [< αγγλ. spaceship]

ε

εεπιφών. 1. παρατεταμένο δηλώνει την αμηχανία του ομιλητή ή καλύπτει προσωρινή παύση στην ομιλία. 2. χρησιμοποιείται σε κλητικές προσφωνήσεις, ειδικά όταν ο ομιλητής θέλει να προσελκύσει την προσοχή κάποιου: ~, Γιώργο, περίμενε! ~, εσύ, μη στέκεσαι εκεί! 3. (+ και να) εκφράζει μη πραγματοποιήσιμη ευχή, επιθυμία: ~ και να ήμασταν πάλι νέοι! Πβ. άμποτε, μακάρι. 4. δηλώνει αγανάκτηση, δυσαρέσκεια: ~, δεν πάει άλλο! Πβ. αμάν πια. 5. σε ερωτήσεις δηλώνει εμφατ. αγανάκτηση ή είναι ένας πιο οικείος τρόπος να ζητήσει κάποιος να του επαναλάβουν κάτι που δεν άκουσε: Πού θα πάει αυτή η κατάσταση, ~;|| ~; Τι είπες; ● ΦΡ.: ε, και; βλ. και, ε/εμ βέβαια βλ. βέβαια, ε/εμ τότε βλ. τότε ● βλ. εμ1 [< μεσν. ε]

ΟΑΣΑ

ΟΑΣΑ(ο): Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών. Βλ. ΗΛΠΑΠ, ΗΣΑΠ.