Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • λιανικός , ή, ό λια-νι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με αγαθά τα οποία διατίθενται απευθείας από τον έμπορο στον καταναλωτή, συνήθ. σε μικρές ποσότητες: ~ή: αγορά. ~ό: εμπόριο (= λιανεμπόριο). Ενδεικτική/προτεινόμενη ~ή τιμή ... ευρώ. ΑΝΤ. χονδρικός (1) ● Ουσ.: λιανική (η): ενν. πώληση: καταστήματα ~ής. Αγοράζω ~. ΑΝΤ. χονδρική [< γαλλ. (vente) au détail] ● επίρρ.: λιανικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. λιανικός, γαλλ. de détail]