Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 4 εγγραφές  [0-4]


  • λιβάδι λι-βά-δι ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. έκταση γης, οικοσύστημα που καλύπτεται από αυτοφυή ποώδη ή/και θαμνώδη βλάστηση: αλπικά/καταπράσινα/ορεινά/τεχνητά/χλοερά/υποαλπικά ~ια. Απέραντα ~ια με μαργαρίτες/παπαρούνες. ~ια με αγελάδες/πρόβατα (πβ. βοσκότοπος). Διαχείριση των ~ιών. Πβ. λειμώνας. Βλ. πεδιάδα, σαβάνα, χορτολίβαδο. ● Υποκ.: λιβαδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσια λιβάδια & υποθαλάσσια λιβάδια: ΟΙΚΟΛ. βιότοποι που σχηματίζονται από ένα ή περισσότερα είδη θαλάσσιων φανερόγαμων φυτών: ~ ~ ποσειδωνίας. Βλ. βιντζότρατα, φυκιάδα. [< αγγλ. seagrass beds] , υγρά λιβάδια: ΟΙΚΟΛ. παραλίμνιες ή παραποτάμιες περιοχές με χαμηλή υγρόφιλη βλάστηση, οι οποίες καλύπτονται περιοδικά κάθε χρόνο με νερό, όταν η λίμνη ή ο ποταμός υπερχειλίζει από τις βροχοπτώσεις· αποτελούν σημαντικούς υγροβιότοπους: τα ~ ~ της Πρέσπας. ~ ~ με αργυροπελεκάνους, ερωδιούς και λαγγόνες. [< μεσν. λιβάδι(ν) – παλαιότ. ορθογρ. λειβάδι]
  • λιβαδικός , ή, ό λι-βα-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με το λιβάδι ή αναπτύσσεται σε αυτό: ~ή: οικολογία. ~ές: εκτάσεις. ~ά: οικοσυστήματα/φυτά. Βλ. χορτο~.
  • Λιβαδίτης, Λιβαδίτισσα Λι-βα-δί-της επίθ./ουσ. & (προφ.) Λιβαδιώτης, Λιβαδιώτισσα: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Λιβαδειά.
  • λιβαδίτικος , η, ο λι-βα-δί-τι-κος επίθ. & (προφ.) λιβαδιώτικος: που σχετίζεται με τη Λιβαδειά ή προέρχεται από αυτή. Βλ. -ίτικος.

βιντζότρατα

βιντζότραταβι-ντζό-τρα-τα ουσ. (θηλ.): αλιευτικό εργαλείο, το οποίο σέρνεται με βίντσι πάνω σε προστατευόμενα λιβάδια ποσειδωνίας και αλιεύει σε μεγάλο βαθμό γόνους, θέτοντας σε κίνδυνο τα ιχθυαποθέματα και τη θαλάσσια βιοποικιλότητα. Πβ. γρίπος.

-ίτικος

-ίτικος, η, ο επίθημα επιθέτων που δηλώνει 1. προέλευση: αιγαιοπελαγ~ (βλ. -ίτης1)/κυκλαδ~/πολ~/σκοπελ~. 2. ιδιότητα: εφταμην~. Βλ. -ικος.

πεδιάδα

πεδιάδαπε-δι-ά-δα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. επίπεδη και ομαλή επιφάνεια γης σε μικρό ή μέτριο υψόμετρο, με χαμηλή βλάστηση: απέραντη/εύφορη/καταπράσινη ~. Άρδευση της ~ας. Βλ. κοιλάδα, λεκανοπέδιο, λιβάδι, λόγγος, πάμπα, σαβάνα, στέπα. ΣΥΝ. κάμπος (1) [< αρχ. πεδιάς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.