Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λιγοστεύω λι-γο-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {λιγόστ-εψε, -έψει, λιγοστεύ-οντας}: ελαττώνω, περιορίζω: Άρχισα δίαιτα κι έχω ~έψει το αλάτι. ΑΝΤ. αυξάνω ● λιγοστεύει: γίνεται (όλο και) λιγότερος, μειώνεται: ~ουν οι ελπίδες για ανεύρεση επιζώντων. ~ουν τα λεφτά/τα περιθώρια λάθους. Τα αποθέματα μέρα με τη μέρα ~ουν. Χρόνο με τον χρόνο, ~ουν οι κάτοικοι του χωριού (ΑΝΤ. πληθαίνουν). Πβ. φυραίνω. [< μεσν. (ο)λιγοστεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.