Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λικέρ λι-κέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γλυκό αλκοολούχο ποτό με έντονο άρωμα συνήθ. από φρούτα, άνθη ή φύλλα: φρουτώδες ~. Σπιτικά ~. ~ απόσταξης/εκχύλισης. ~ καφέ/κίτρο/λεμόνι/μανταρίνι/μαστίχα/πορτοκάλι. Οίνος ~ (βλ. μαυροδάφνη, πορτό). Ρόφημα σοκολάτας/σοκολατάκια με ~. Βλ. βενεδικτίνη, μέντα, τσέρι. ΣΥΝ. ηδύποτο ● Υποκ.: λικεράκι (το) [< γαλλ. liqueur]

βενεδικτίνη

βενεδικτίνηβε-νε-δι-κτί-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ονομασία λικέρ γαλλικής προέλευσης που παρασκευάζεται με τη διάλυση αρωματικών φυτών σε αλκοόλη. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. bénédictine]

μαυροδάφνη

μαυροδάφνημαυ-ρο-δάφ-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρασί με σκούρο κόκκινο χρώμα και γλυκιά γεύση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.