Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λιποδιαλυτικός , ή, ό λι-πο-δι-α-λυ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη λιποδιάλυση: ~ή: κρέμα. ~ές: ουσίες. ~ά: χάπια. Βλ. λιποτροπικός, συσφικτικός. ● επίρρ.: λιποδιαλυτικά [< αγγλ. lipodissolving]

λιποτροπικός

λιποτροπικός, ή, ό λι-πο-τρο-πι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που βοηθά στον μεταβολισμό του λίπους ή στη μείωση της συσσώρευσής του στο συκώτι: ~ός: παράγοντας. ~ή: ουσία (βλ. χολίνη). ~ά: χάπια. Βλ. λιποδιαλυτικός. ● Ουσ.: λιποτροπικό (το): ενν. σκεύασμα: θερμογενετικό ~. Συμπληρώματα διατροφής-~ά. Βλ. μπόντι-μπίλντινγκ. [< αγγλ. lipotropic, 1903, γαλλ. lipotrope, 1922]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.