Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λογοδιάρροια λο-γο-δι-άρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ακατάπαυστη φλυαρία, πολυλογία: (εμφατ.) ακατάσχετη ~. Τον έπιασε μια ~! Πβ. αμετροέπεια, πάρλα. Βλ. γραφομανία. ΣΥΝ. λογόρροια (2) [< μτγν. λογοδιάρροια]

γραφομανία

γραφομανίαγρα-φο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολική παραγωγή γραπτών κειμένων που συνήθ. υστερούν σε ποιότητα. Βλ. λογοδιάρροια, -μανία. [< γαλλ. graphomanie, αγγλ. graphomania]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.