Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λογοδιάρροια λο-γο-δι-άρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ακατάπαυστη φλυαρία, πολυλογία: (εμφατ.) ακατάσχετη ~. Τον έπιασε μια ~! Πβ. αμετροέπεια, πάρλα. Βλ. γραφομανία. ΣΥΝ. λογόρροια (2) [< μτγν. λογοδιάρροια]

γραφομανία

γραφομανίαγρα-φο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολική παραγωγή γραπτών κειμένων που συνήθ. υστερούν σε ποιότητα. Βλ. λογοδιάρροια, -μανία. [< γαλλ. graphomanie, αγγλ. graphomania]