Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λουλάκι λου-λά-κι ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. (παλαιότ.) φυσική ή (σήμερα) συνθετική χρωστική ουσία σκούρου γαλάζιου χρώματος: λεύκανση και βαφή ρούχων με ~. Βλ. λευκαντικό. ΣΥΝ. ινδικό [< μεσν. λουλάκιν < μτγν. λουλάκιον < αραβ. līlak]

λευκαντικό

λευκαντικόλευ-κα-ντι-κό ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. κάθε χημική ουσία λεύκανσης: οικολογικό/φυσικό ~. ~ δοντιών/ρούχων. ~ σε σκόνη/ταμπλέτες. ~ με οξυγόνο/χλώριο. Πβ. λευκαντής. Βλ. απορρυπαντικό. [< γαλλ. blanchissant]