Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


λουτέσιο

λουτέσιολου-τέ-σι-ο ουσ. (ουδ.) & λουτήτιο & (σπάν.) λουτέτσιο: ΧΗΜ. το τελευταίο μέταλλο της σειράς των λανθανιδών (σύμβ. Lu, Ζ, 71) με χρήση στην πυρηνική βιομηχανία. [< γαλλ. lutécium, 1907 < λατ. Lutetia ‘Παρίσι’]