Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • λούμπεν [λοῦμπεν] λού-μπεν επίθ. {άκλ.}: κοινωνικά υποβαθμισμένος, περιθωριοποιημένος. Βλ. φτωχοδιάβολος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λούμπεν προλεταριάτο: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. (στον μαρξισμό) το ξεπεσμένο και εξαθλιωμένο τμήμα της εργατικής τάξης που έχει χάσει την ταξική του συνείδηση και τον κοινωνικό του ρόλο και ζει στο περιθώριο (αλήτες, ζητιάνοι, εγκληματίες). ΣΥΝ. υποπρολεταριάτο [< γερμ. Lumpenproletariat] [< γερμ. Lumpen ‘κουρέλι’]
  • λουμπεναρία λου-μπε-να-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): σύνολο ανθρώπων εξαθλιωμένων, κοινωνικά περιθωριοποιημένων. Βλ. -αρία.

-αρία

-αρίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει: 1. (επιτατ.) σύνολο, κυρ. προσώπων, συνήθ. με αρνητικά χαρακτηριστικά και κατ' επέκτ. την αντίστοιχη ιδιότητα: (μειωτ.) αλητ~/κουρελ~/λετσ~/μπασκλασ~.|| (γενικότ. για κατάσταση ή αντικείμενα:) Kιτσ~ (πβ. -αριό)/παλιατσ~.|| (χωρ. αρνητ. σημ.) Πιτσιρικ~.|| (μειωτ.) Κοκετ~/σνομπ~. 2. κατάστημα που προσφέρει κυρ. ποτό ή φαγητό: μπιρ~/πιτσ~. Βλ. -ερία. 3. κατασκευή ή χώρο: τζαμ~/τραπεζ~.

φτωχοδιάβολος

φτωχοδιάβολοςφτω-χο-διά-βο-λος ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): περιθωριακός των μεγαλουπόλεων, μικροαπατεώνας που ζει στην εξαθλίωση και προσπαθεί να επιβιώσει κινούμενος στα όρια της παρανομίας. Πβ. παρίας. Βλ. λούμπεν.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.