Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • λυκόπουλο λυ-κό-που-λο ουσ. (ουδ.) 1. (κ. με κεφαλ. Λ) καθένα από τα μικρότερα σε ηλικία μέλη (7-11 ετών) ενός συστήματος προσκόπων: αγέλη/κλάδος ~ων. Βλ. ανιχνευτής. 2. (σπάν.) νεογνό λύκου. Πβ. κουτάβι, λυκάκι. Βλ. -όπουλο. [< 1: αγγλ. Wolf Cub 2: μεσν. λυκόπουλο]

ανιχνευτής

ανιχνευτής[ἀνιχνευτής] α-νι-χνευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. & ανιχνευτήρας: συσκευή ανίχνευσης: ασύρματος/ηλεκτρονικός/θερμοδιαφορικός/φορητός/φωτοηλεκτρικός/ψηφιακός ~. ~ αγωγιμότητας/διαρροών/(ΠΛΗΡΟΦ.) ιών/κίνησης (: σύστημα ασφαλείας, βλ. συναγερμός)/κοριών και ασύρματης κάμερας/μετάλλων/ραντάρ/σωματιδίων/χαρτονομισμάτων (: για τον έλεγχο της εγκυρότητάς τους). ~ές ακτίνων Χ/θερμότητας/ναρκών/πυρκαγιάς (= πυρ~)/ραδιενέργειας/χρυσού. Βλ. εντοπιστής.|| ~ές σώματος (: σε αεροδρόμια). Βλ. φωτο~. 2. (θηλ. ανιχνεύτρια): κάθε μέλος του Σώματος Ελλήνων Προσκόπων ηλικίας 15-18 ετών, το οποίο δραστηριοποιείται στη διερεύνηση του φυσικού περιβάλλοντος και της κοινωνικής ζωής, καθώς και στην προσφορά προς το σύνολο της κοινωνίας: κλάδος/κοινότητα ~ών. 3. (σπάν.) αυτός που ανιχνεύει: ~ ναρκωτικών ουσιών (: για σκύλο, πβ. ιχνηλάτης). Αλεξιπτωτιστής ~. ~ ταλέντων (πβ. σκάουτερ). ● ΣΥΜΠΛ.: ανιχνευτής καπνού: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα συναγερμού που ενεργοποιείται, όταν παρουσιαστεί καπνός. [< αγγλ. smoke detector, 1927] , ανιχνευτής ψεύδους & (σπάν.) αλήθειας: όργανο καταγραφής των αλλαγών που παρατηρούνται στις φυσιολογικές λειτουργίες ανθρώπου (καρδιακοί παλμοί, πίεση, ιδρώτας), όταν ψεύδεται. Πβ. πολύγραφος. Βλ. ορός της αλήθειας. [< αγγλ. lie detector, 1922] [< μεσν. ανιχνευτής, αγγλ. detector, γαλλ. détecteur]

-όπουλο

-όπουλουποκοριστικό επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν 1. νεαρό αγόρι με συγκεκριμένη ιδιότητα: βασιλ~/πριγκιπ~ (συχνά και για τον γιο βασιλιά ή πρίγκιπα).|| Ναυτ~.|| (με αναφορά σε παιδί του ενός ή του άλλου φύλου) Λυκ~. (στον πληθ.) Αρχοντ-όπουλα. 2. μικρό ζώου: κλωσ~. Βλ. -άκι.