Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λυμφατικός , ή, ό λυμ-φα-τι-κός επίθ. & λεμφατικός 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. λεμφικός. 2. (μτφ.-λόγ.) αδύναμος, καχεκτικός: ~ή: κράση. ~ό: κορμί. ~ά: παιδιά.|| ~ή: κυβέρνηση (= ανίσχυρη, παθητική)/οικονομία. Πβ. αναιμ-, ασθεν-ικός, ισχνός. [< 2: γαλλ. lymphatique, αγγλ. lymphatic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.