Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λωτός λω-τός ουσ. (αρσ.) ΒΟΤ. 1. ονομασία ποικίλων ειδών ποωδών φυτών ή θάμνων (γένος Lotus), με πιο χαρακτηριστικό αυτό που έχει καρπούς πορτοκαλί-κόκκινου χρώματος, οι οποίοι τρώγονται ως φρούτο· κυρ. ο καρπός αυτός: σορμπέ ~ού. 2. (ειδικότ.) υδρόβιο φυτό (επιστ. ονομασ. Nymphaea Lotus, Nelumbium speciosum) με θρησκευτικό συμβολισμό σε διάφορους ανατολικούς πολιτισμούς: αιγυπτιακός (λευκός ή μπλε)/ροζ ~. Βλ. νούφαρο. [< αρχ. λωτός, αγγλ.-γαλλ. lotus]

νούφαρο

νούφαρονού-φα-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες, πολυετές, υδρόβιο φυτό (επιστ. ονομασ. Nymphaea alba) με μεγάλα, στιλπνά, καρδιόσχημα ή ωοειδή φύλλα, που συνήθ. επιπλέουν στην επιφάνεια του νερού, και κίτρινα, λευκά, ροζ ή ρόδινα άνθη σε σχήμα κύπελλου με πολλά πέταλα: λίμνη/σιντριβάνι με ~α. Βλ. λωτός. [< μεσν. νούφαρο < αραβ. nenūfar]