Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • λώρος [λῶρος] λώ-ρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): λουρί. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ομφάλιος λώρος βλ. ομφάλιος [< μτγν. λῶρος]

ομφάλιος

ομφάλιος, α, ο [ὀμφάλιος] ομ-φά-λι-ος επίθ. 1. ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τον ομφαλό ή τον ομφάλιο λώρο: ~α: φλέβα. ~ο: αίμα. 2. (μτφ.-λόγ.) που δηλώνει σχέση εξάρτησης: ~ος: δεσμός. ~α: σχέση. ● ΣΥΜΠΛ.: ομφάλιος λώρος 1. ΑΝΑΤ. αγγειακό στέλεχος που συνδέει το έμβρυο με τον πλακούντα, μεταφέρει την τροφή στο έμβρυο και απομακρύνει τα απεκκρίματα: κύτταρα του ~ου ~ου (πβ. βλαστοκύτταρα). 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) για να δηλωθεί σχέση εξάρτησης: ο ~ ~ μεταξύ κομματικών μηχανισμών και κράτους. [< γαλλ. cordon ombilical] ● ΦΡ.: κόβω τον ομφάλιο λώρο βλ. κόβω [< μτγν. ὀμφάλιος 'κυρτός']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.