μάλιστα μά-λι-στα μόρ. 1. (εμφατ. καταφατική απάντηση που δείχνει ευγένεια ή σεβασμό) ναι, βέβαια: ~ γιατρέ/κύριε διοικητά!2. για την προσθήκη ενός στοιχείου στον λόγο: ~ θα έλεγα ότι ... (= επιπλέον, επιπρόσθετα).|| (εμφατ.) Ιδιαίτερα/ιδίως/κυρίως/πόσο ~ όταν ...3. για δήλωση ικανοποίησης ή ειρων. δυσαρέσκειας: Αυτό ~!|| ~, μας υποχρέωσες!4. για να εκφραστεί αντίθεση με κάτι που προαναφέρθηκε: Δεν χαιρόμαστε γι' αυτό, το αντίθετο ~! Δεν αμφισβητώ αυτό που είπες, απεναντίας ~! Δεν σου κάνω υποδείξεις, κάθε άλλο ~! ● ΦΡ.: και μάλιστα (εμφατ.) 1. και ιδίως, και κυρίως, και προπαντός: Η ταινία βασίζεται στη βία, ~ ~ τη λεκτική. ΣΥΝ. και δη 2. και πολύ περισσότερο: Πρέπει να έρθεις, ~ ~ γρήγορα!, τώρα μάλιστα βλ. τώρα [< αρχ. μάλιστα]
τώρα
τώρατώ-ρα επίρρ. 1. αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή: Πού να βρίσκεται ~; (Έ)ως/ίσαμε/μέχρι ~ δεν έχει σημειωθεί κανένα πρόβλημα. Τι θυμήθηκα ~! Γίνε μέλος/κάντε κράτηση ~! Παλιότερα τον δικαιολογούσα, αλλά ~ δεν μπορώ. ~ βέβαια μιλάμε εντελώς θεωρητικά. Να περάσουμε ~ στο συμβάν. Και ~ έρχομαι στο διά ταύτα.|| Aπό ~ (= εδώ) και μετά/στο εξής/στο μέλλον. ~ πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν είναι ~ πια της μόδας. ~ να δούμε τι θα γίνει. ~ που μπορώ, θα πάω διακοπές.|| Άλλοτε και ~ (= σήμερα). ΑΝΤ. παλιά.|| (ως ουσ., το παρόν:) Το τότε/πριν/χτες και το ~. Το ~ και το αύριο/μετά. Προσπαθεί να ζήσει το ~ και να ξεχάσει το παρελθόν.2. αμέσως: Ειδοποίησέ την ~! Πες του να έρθει ~! Ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει ~! (εμφατ.) ~ αμέσως.3. για να δοθεί έμφαση σε κάτι που έχει αρχίσει από καιρό ή στη χρονική διάρκεια γεγονότος: Χρόνια ~ ακούμε τα ίδια και τα ίδια. Eίναι δυο χρόνια ~ που ασχολείται με την υπόθεση. Πάνε ~ έξι μήνες που δεν την έχουμε δει.4. για να δηλωθεί απορία, αδιέξοδο, δυσαρέσκεια, απειλή: Και ~ τι κάνουμε;|| ~ πια είναι αργά.|| ~ βρήκες και συ την ώρα να το συζητήσουμε.|| ~ θα δει τι έχει να πάθει! ● ΦΡ.: από τώρα; (προφ.): από τόσο νωρίς;: Φεύγουμε ~ ~; ~ ~ πας να κοιμηθείς;, ή τώρα ή ποτέ: για κάτι που πρέπει να γίνει εξάπαντος ή να ξεκινήσει τη στιγμή που μιλάμε: Είπα ~ ~ και το τόλμησα!, τώρα δα/μόλις (προφ.) 1. πριν από πολύ λίγο: ~ ~ με πήρε τηλέφωνο. Πβ. προ ολίγου.2. αυτή(ν) ακριβώς τη στιγμή: Αυτό σκεφτόμουν ~ ~., τώρα μάλιστα (προφ.): δηλώνει επιβράβευση ή αποδοκιμασία, δυσαρέσκεια: ~ ~, σε παραδέχομαι!|| ~ ~! Μας σώσατε., τώρα τελευταία (προφ.): εδώ και λίγο καιρό: Δεν αισθάνομαι καλά ~ ~ (= τον τελευταίο καιρό)., αιώνες τώρα βλ. αιώνας, εδώ και τώρα βλ. εδώ, έλα τώρα/δα! βλ. έλα, έτσι/τώρα εξηγείται! βλ. εξηγώ, θα σου 'λεγα (τώρα) βλ. λέω, λέμε τώρα βλ. λέω, μη χέ(σω) (τώρα) βλ. χέζω, τώρα δέσαμε! βλ. δένω, τώρα είναι που ... βλ. που, τώρα κοντά βλ. κοντά, τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι βλ. παπάς, τώρα που γυρίζει βλ. γυρίζω [< μτγν. τώρα]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.